Μια κάλπη σε ένα μικρό κρατίδιο της ανατολικής Γερμανίας μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτικό σεισμό για ολόκληρη την Ευρώπη.Στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου ψηφίζουν περίπου 1,7 εκατ. πολίτες, το AfD συγκεντρώνει στις τελευταίες δημοσκοπήσεις ποσοστά 40%-42% και βρίσκεται κοντά σε κάτι που μέχρι πρόσφατα φαινόταν αδιανόητο: να σχηματίσει την πρώτη ακροδεξιά κυβέρνηση γερμανικού κρατιδίου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.Ακόμη και χωρίς το 50% των ψήφων, μπορεί να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, εάν αρκετά μικρά κόμματα μείνουν κάτω από το εκλογικό όριο του 5%. Σε αυτή την περίπτωση, το λεγόμενο «τείχος προστασίας» –η άτυπη συμφωνία των υπόλοιπων γερμανικών κομμάτων να μη συνεργάζονται μαζί του– θα καταρρεύσει μπροστά στην αριθμητική της κάλπης.Το διακύβευμα, όμως, δεν είναι απλώς ποιος θα κυβερνήσει ένα κρατίδιο με λιγότερους από δύο εκατομμύρια κατοίκους. Είναι εάν το AfD θα αποκτήσει για πρώτη φορά ένα πραγματικό εργαστήριο εξουσίας: τη δυνατότητα να μετατρέψει τις ιδέες του σε διοίκηση, να ελέγξει κρίσιμους κρατικούς μηχανισμούς και να παρουσιάσει τη Σαξονία-Άνχαλτ ως πρότυπο για την κατάκτηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.Από την κρίση του ευρώ στην ακροδεξιάΤο AfD δεν γεννήθηκε ως αντιμεταναστευτικό κόμμα. Ιδρύθηκε το 2013 από συντηρητικούς οικονομολόγους, πανεπιστημιακούς και πρώην στελέχη της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης, με βασικό αίτημα την αντίθεση στις διασώσεις υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης. Ήταν αρχικά ένα ευρωσκεπτικιστικό κόμμα της αστικής Δεξιάς, εχθρικό προς το κοινό νόμισμα και τις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, αλλά όχι ακόμη η δύναμη της εθνικιστικής ρήξης που είναι σήμερα.Η μεγάλη μετάλλαξη ήρθε μετά το 2015. Η απόφαση της Άνγκελα Μέρκελ να επιτρέψει την είσοδο εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών έδωσε στο AfD το ζήτημα που θα το εκτόξευε. Η αντίθεση στο ευρώ υποχώρησε και τη θέση της πήραν η μετανάστευση, το Ισλάμ, η ασφάλεια, η γερμανική ταυτότητα και η καταγγελία των ελίτ.Το AfD μετατράπηκε από κόμμα καθηγητών σε κόμμα οργής και ακροδεξιών θέσεων. Εκμεταλλεύτηκε την ανασφάλεια που προκάλεσαν η προσφυγική κρίση, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη και η αίσθηση ότι η κυβέρνηση είχε χάσει τον έλεγχο των συνόρων. Το 2017 μπήκε για πρώτη φορά στην Bundestag. Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 ξεπέρασε το 20% και έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας.Σήμερα δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή ψήφο διαμαρτυρίας. Έχει σταθερό εκλογικό πυρήνα, οργανωμένο κομματικό μηχανισμό και ισχυρή παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κυρίως, έχει κατορθώσει να μετατρέψει διαφορετικές μορφές δυσαρέσκειας – οικονομική στασιμότητα, ενεργειακό κόστος, απώλεια βιομηχανικών θέσεων εργασίας, μετανάστευση, δυσπιστία προς το Βερολίνο – σε ένα ενιαίο πολιτικό αφήγημα: ότι η Γερμανία παρακμάζει επειδή οι κυβερνήσεις της φροντίζουν τους ξένους, την Ευρώπη και την Ουκρανία περισσότερο από τους δικούς της πολίτες.