Σε δύο εβδομάδες, χτυποκάρδια στα θρανία. Λογική και ευαισθησία. Την κλέβω από μια παλιά ιστορία.Παραμονή εξέτασης στο τελευταίο μάθημα των Πανελληνίων. Τι κλάμα ήταν αυτό. Νομίζω ούτε στη μεγαλύτερη απώλεια δεν ξέσπασε έτσι.Δεν έφταιγε η ζέστη, δεν είχε ξεπεράσει τα όριά της, δεν είχε αγωνία, γιατί την κάτεχε την Ιστορία και στα άλλα τρία ήταν σίγουρη για την επιτυχία.Δεν ήταν τα δάκρυα του ανθρώπου που δεν συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερο από την εκπλήρωση του στόχου, τον οποίο ο ίδιος όρισε. Οι γονείς δεν ανακατεύτηκαν, «εσύ ξέρεις, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, φτάσε όπου μπορείς να χαρείς».Δεν ήταν ο λυγμός της απελευθέρωσης από την ένταση, που είχε συσσωρευτεί, καθώς δεν ήθελε να κλάψει μπροστά τους.Δεν ήταν το κλάμα της στέρησης. Δεν είχε χάσει τίποτα, γιατί στη μικρή πόλη δεν είχε και τίποτα, πέρα από το σχολείο και δύο φίλους καλούς.Δεν ήταν η αψάδα της στιγμής, δεν την τριβέλιζε η αμφιβολία για την επιλογή. «Κι αν δεν μ’ αρέσει, αλλάζω θέση, ξαναδίνω ή τ’ αφήνω, δική μου η ευθύνη, δική μου κι η δίνη».Τι στο καλό ήταν αυτά τα δάκρυα τα αλμυρά, Ιούνη μήνα σε μάγουλα χλωρά;Μην ήταν το κλάμα του προδιαγεγραμμένου ξεσπιτώματος, της απόσπασης από τον κλοιό του οικείου, του τακτοποιημένου μικροσύμπαντος, της ενηλικίωσης; Μα δεν έκανε ούτε στα μικράτα της συντροφιά με την ανεμελιά. Κι ύστερα, κοντά ή μακριά οι ρίζες, οι γονείς, απλώνουν τη δροσιά.Δεν ήταν υποχρεωμένη να εξηγήσει πως νιώθει κι όμως, ανάμεσα στ’ αναφιλητά, σκεφτόταν τι θρηνεί μ’ αυτά.