Η προσπάθεια της Μαρίν Λε Πεν να διευρύνει την απήχησή της πέρα ​​από την άκρα δεξιά προσκρούει σε μια γνώριμη πρόκληση: οι υποσχέσεις που συσπειρώνουν τους βασικούς της ψηφοφόρους είναι ακριβώς εκείνες που προκαλούν ανησυχία στους υποστηρικτές της δημοσιονομικής πειθαρχίας.Στο πρώτο τηλεοπτικό ντιμπέιτ ενόψει των προεδρικών εκλογών της ερχόμενης άνοιξης, η έμπειρη πολιτικός της άκρας δεξιάς υποσχέθηκε στους Γάλλους ψηφοφόρους ένα φιλόδοξο πακέτο περικοπών δαπανών, το οποίο, όπως υποστηρίζει, θα θέσει υπό έλεγχο το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας.Ωστόσο, επιβεβαίωσε εκ νέου τη δέσμευσή της να ανατρέψει μια βασική πτυχή της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος που προώθησε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, δίνοντας τη δυνατότητα στους εργαζομένους να συνταξιοδοτούνται σε ηλικία 62 ετών.«Μπορώ ήδη να ακούσω τι θα πουν οι άνθρωποι… “Πρόκειται για επιπλέον έλλειμμα”», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Medef, ο κύριος επιχειρηματικός φορέας της Γαλλίας. «Είναι μια επιλογή που οφείλουμε να κάνουμε ως κοινωνία», πρόσθεσε. «Και την υποστηρίζω σθεναρά».Καθώς η προεκλογική της εκστρατεία ξεκινά ουσιαστικά, πολλοί αναρωτιούνται αν η υποψήφια της ακροδεξιάς «Εθνικής Συσπείρωσης» θα αναθεωρήσει το οικονομικό της πρόγραμμα προκειμένου να διευρύνει την απήχησή της, ιδίως μεταξύ των επιχειρηματιών και των παραδοσιακών ψηφοφόρων της κεντροδεξιάς.Αντιθέτως, κατέστησε σαφές ότι η δημοσιονομική πειθαρχία δεν θα επιτευχθεί εις βάρος των υποσχέσεων που έχει δώσει στη βασική της εκλογική βάση.Σε πολιτικό επίπεδο, αυτή η επιλογή ενέχει διττό ρίσκο: η εμμονή στις υποσχέσεις για το συνταξιοδοτικό μπορεί μεν να ενισχύσει τη στήριξη από τους πιστούς της ψηφοφόρους, αλλά ενδέχεται να δυσχεράνει την προσπάθειά της να κερδίσει το μετριοπαθές εκλογικό σώμα, το οποίο πιθανότατα θα χρειαστεί αν θέλει να εισέλθει στο Ελιζέ.Τα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας αφήνουν ελάχιστα περιθώρια ελιγμών. Το δημόσιο χρέος έχει σκαρφαλώσει στο 117,5% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει πολύ πάνω από τα όρια της ΕΕ και το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης που διοργάνωσε η Medef, η Λεπέν δήλωσε υπέρμαχος ενός «χρυσού κανόνα» για τη διατήρηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων κάτω από το 3% του ΑΕΠ, αντίστοιχου με τον γερμανικό «φρένο» χρέους.Δήλωσε επίσης ότι σύντομα θα παρουσιάσει ένα σχέδιο για την περικοπή δαπανών ύψους περίπου 125 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων κονδυλίων που αφορούν τη μετανάστευση, τους «άχρηστους» δημόσιους φορείς και τη συνεισφορά της Γαλλίας στην ΕΕ. Η Λε Πεν θα παρουσιάσει το αναλυτικό της πρόγραμμα το φθινόπωρο, ωστόσο ο Ζαν-Φιλίπ Τανγκί, βουλευτής του κόμματος «Εθνική Συσπείρωση», δήλωσε στο Politico ότι ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί σε «λιγότερο από πέντε χρόνια».Ωστόσο, η Λε Πεν δεν έχει εξηγήσει ακόμη αναλυτικά πώς θα επιτευχθούν αυτές οι εξοικονομήσεις, και οι πολιτικοί της αντίπαλοι αμφισβητούν ήδη την ορθότητα των αριθμητικών στοιχείων. «Η Μαρίν Λε Πεν θα καταστρέψει τη Γαλλία», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο Μπρουνό Ρετεγιό, συντηρητικός υποψήφιος του κόμματος «Οι Ρεπουμπλικάνοι», λίγο μετά την εκδήλωση της Medef.Η ένταση έχει εκδηλωθεί και στο εσωτερικό του δικού της στρατοπέδου. Την ώρα που η Λε Πεν παρουσίαζε το οικονομικό της πρόγραμμα στην εκδήλωση της Medef, έγινε γνωστό ότι ο Φρανσουά Ντυρβί —ένας από τους βασικούς της οικονομικούς συμβούλους και ένθερμος υποστηρικτής της αυστηρότερης δημοσιονομικής πειθαρχίας— αποχωρούσε από την προεκλογική εκστρατεία.Εσωτερικές ρωγμέςΣτον Φρανσουά Ντυρβί, ο οποίος παρείχε άτυπες συμβουλές στη Λε Πεν επί πέντε χρόνια, πιστώνεται η προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ του κόμματός της και του επιχειρηματικού κόσμου. Ως πρώην διαχειριστής επενδυτικών κεφαλαίων, αποτελούσε βασική φωνή του κόμματος σε θέματα οικονομίας.Ωστόσο, η επιδίωξή του για μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία και οικονομικά φιλελεύθερες πολιτικές συγκρούστηκε με τις αντιλήψεις της παλιάς φρουράς του κόμματος, η οποία παρέμενε προσκολλημένη στις λαϊκιστικές θέσεις του. Διετέλεσε επίσης ειδικός σύμβουλος του προέδρου της «Εθνικής Συσπείρωσης», Ζορντάν Μπαρντελά —του προστατευόμενου της Λε Πεν—, ο οποίος αναμενόταν να αναλάβει τα ηνία της προεκλογικής εκστρατείας σε περίπτωση που η Λε Πεν κρινόταν μη επιλέξιμη να θέσει υποψηφιότητα, λόγω της καταδίκης της για υπεξαίρεση κονδυλίων της ΕΕ.Ο Μπαρντελά εργάζεται για τη μετατόπιση του κόμματος προς το κέντρο σε οικονομικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της άμβλυνσης της δέσμευσης της Λε Πεν σχετικά με το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης — μια κίνηση που ο Ντυρβί υποστήριζε στο εσωτερικό του κόμματος.Αν και ο Ντυρβί αρνήθηκε να σχολιάσει τις ακριβείς συνθήκες της αποχώρησής του, κατέστησε σαφές —τόσο κατ’ ιδίαν όσο και δημόσια— ότι δεν αισθανόταν σε θέση να υπερασπιστεί τις πιο πρόσφατες θέσεις του κόμματος απέναντι στις επαφές του στον επιχειρηματικό κόσμο.«Το έργο που επιτελέστηκε για την άρση των φραγμών μεταξύ των εκπροσώπων της επιχειρηματικής κοινότητας ήταν ιδιαίτερα σημαντικό», δήλωσε ο Ντυρβί στο Politico, προσθέτοντας ότι έκανε χρήση της «ελευθερίας του να αποχωρήσει».Η Λε Πεν, ερωτηθείσα σχετικά με την αποχώρησή του σε γαλλικό τηλεοπτικό δίκτυο, δήλωσε ότι επρόκειτο για δική της «επιθυμία».Δυσπιστία από τον επιχειρηματικό κόσμοΚαθώς η Γαλλία συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την παγκόσμια άνοδο του κόστους δανεισμού και τελεί υπό τη στενή παρακολούθηση των οίκων αξιολόγησης, τα δημοσιονομικά ζητήματα είναι βέβαιο ότι θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία.Ως το φαβορί της αναμέτρησης, η Λε Πεν βλέπει τις προτάσεις της να τίθενται υπό ολοένα και πιο εξονυχιστικό έλεγχο. Οι δημοσκοπήσεις τη φέρουν στην πρώτη θέση, με ποσοστό περίπου 35% στον πρώτο γύρο των γαλλικών εκλογών, και σε πλεονεκτική θέση για να επικρατήσει των αντιπάλων της στον δεύτερο γύρο.Όσον αφορά το οικονομικό της προφίλ, η Λε Πεν έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από το 2017, όταν ο Μακρόν την είχε συντρίψει κατά τη διάρκεια ενός τηλεοπτικού ντιμπέιτ, ασκώντας της δριμεία κριτική για τη –μετέπειτα εγκαταλειφθείσα– δέσμευσή της να αποσύρει τη Γαλλία από την Ευρωζώνη.Σε δημοσκόπηση της γαλλικής εταιρείας ερευνών Odoxa που δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα, το 36% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμπιστεύεται τη Λε Πεν για την εφαρμογή μιας ορθής οικονομικής πολιτικής σε περίπτωση εκλογής της — το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των υποψηφίων για την προεδρία που εξετάστηκαν.Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά κρύβουν μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: το ποσοστό ενισχύεται σημαντικά από τη στήριξη των ψηφοφόρων του κόμματος «Εθνική Συσπείρωση», ενώ οι κεντρώοι ψηφοφόροι εμφανίζονται πολύ λιγότερο πεπεισμένοι. Ο βασικός κεντρώος αντίπαλος της Λεπέν, ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ, διέθετε ευρύτερη βάση υποστήριξης στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστικό στον δεύτερο γύρο, όπου οι δύο φιναλίστ καλούνται να προσελκύσουν ψηφοφόρους που δεν τους επέλεξαν στον πρώτο γύρο.Ο Μπρουνό Ζανμπάρ, αντιπρόεδρος της εταιρείας δημοσκοπήσεων Opinionway —η οποία διενήργησε έρευνα μεταξύ ηγετικών στελεχών επιχειρήσεων ενόψει του τηλεοπτικού ντιμπέιτ της περασμένης εβδομάδας— δήλωσε ότι οι ψηφοφόροι με επιχειρηματικό προσανατολισμό παραμένουν επιφυλακτικοί ως προς την ικανότητα της «Εθνικής Συσπείρωσης» να ανταποκριθεί στην πρόκληση της εξυγίανσης της γαλλικής οικονομίας.Η επιστροφή της Λε Πεν ως υποψήφιας για την προεδρία ενισχύει αυτή τη δυναμική. Ο Μπαρντελά και οι σύμμαχοί του φρόντισαν να προσεγγίσουν ψηφοφόρους που τάσσονται υπέρ του οικονομικού φιλελευθερισμού και «έδωσαν την εντύπωση ότι ίσως είναι πιο συντονισμένοι με τις προσδοκίες και τις προκλήσεις του επιχειρηματικού κόσμου», δήλωσε ο υπεύθυνος της δημοσκόπησης.Αντιθέτως, η Λε Πεν θεωρείται εδώ και καιρό ότι τηρεί στάση αμφισβήτησης απέναντι στον επιχειρηματικό κόσμο, καταφερόμενη κατά των παγκόσμιων ελίτ που συναντώνται σε μέρη όπως το Νταβός και εκφράζοντας τη συμπαράστασή της σε ψηφοφόρους που έχουν πληγεί από τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στις βιομηχανικές περιοχές της Γαλλίας.Όταν παρουσιάσει το πλήρες πρόγραμμά της —κάτι που αναμένεται τον επόμενο μήνα— η Λε Πεν θα πρέπει να αποδείξει στους κεντρώους ψηφοφόρους ότι το οικονομικό της πλάνο είναι βιώσιμο.Πηγή: Politico