Το φαινόμενο του πολιτικού κυνισμού, της αναξιοπρέπειας και της περιφρόνησης κάθε ηθικο-πολιτικού αξιακού πλαισίου έχουν υπερβεί κάθε όριο ανοχής.Προφανώς είναι εύκολο (και σωστό) να κρίνονται αυστηρά και να ψέγονται οι βουλευτές και τα στελέχη που αποχωρούν, ανεξαρτητοποιούνται από τα κόμματά τους και καταλαμβάνουν θέση σε μια πολιτική αγορά όπου εκθέτουν σε πλειστηριασμό την έδρα τους, δηλαδή εκείνο το τμήμα της λαϊκής κυριαρχίας που τους ανατέθηκε και δεν τους παραχωρήθηκε εν λευκώ.Όμως τα πράγματα είναι πολύ περισσότερο σύνθετα. Πρωτογενής, αυθεντική, αυτόνομη και απρόσβλητη είναι η Αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτήν την Αρχή οφείλουν να υπηρετούν οι επί μέρους εξουσίες (Εκτελεστική, Νομοθετική, Δικαστική) και οι φορείς του πολιτικού συστήματος.Η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας εκφράζεται μέσω της ρουσωϊκής γενικής βούλησης (volonté générale), μέσω των εκλογικών διαδικασιών ως δεσμευτική εντολή στα κόμματα και τις κυβερνήσεις.Προσοχή! Η εντολή αυτή ανατίθεται και δεν εκχωρείται και η υλοποίησή της τελεί υπό διαρκή έλεγχο.Οι βουλευτές-φορείς της Νομοθετικής Εξουσίας αναγνωρίζονται ως εκπρόσωποι του Έθνους και ανήκουν στην καθολική αρχή. Όμως η ιδιότητά τους αυτή δεν είναι πρωτογενής, αλλά απορρέει από την κομματική τους ιδιότητα. Εάν αποχωρήσουν από το κόμμα τους τότε η σχέση τους με την εντολή της λαϊκής κυριαρχίας τίθεται υπό ευθεία αμφισβήτηση. Η ανεξαρτητοποίησή τους από το κόμμα με διατήρηση της βουλευτικής έδρας αποτελεί αυθαίρετη επιλογή μη νομιμοποιούμενη ευθέως από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και προφανώς απαιτεί την εκ νέου νομιμοποίησή της μέσω εκλογών .Όλες όμως αυτές οι ατομικές στάσεις της ευτέλειας, του πολιτικού κυνισμού, της εμπορευματοποίησης της εντολής των ψηφοφόρων έχουν μια κοινή βάση: την κρίση της Πολιτικής και των Δημοκρατικών θεσμών. Γιατί στις μέρες μας η Δημοκρατία είναι μια απλή τυπική- φορμαλιστική διαδικασία για την νομιμοποίηση των επιλογών και αποφάσεων μιας αγοραίας νεοφιλελεύθερης, καθεστωτικής Εξουσίας.Συνεπώς, διαμορφώνεται ένα νέο είδος συμπεριφορών και στάσεων που ανήκει κατ’ εξοχήν στο πεδίο της πολιτικής κοινωνιολογίας.Πρόκειται για έναν νέο πολιτικό ιδεότυπο, για ένα νέο πρότυπο (αντιλήψεων, στάσεων, συμπεριφορών) σύμφωνα µε το οποίο το πολιτικό στέλεχος μετατρέπεται και δρα ως πολιτική ατομικότητα, ως πολιτικός ιδιώτης που αγωνιά και δρα για την προσωπική του καριέρα και ο οποίος συναλλάσσεται και συμβιβάζεται, μη τηρώντας πολλές φορές τα προσχήματα. Η μετάβαση από τον έναν κομματικό φορέα στον άλλο, χωρίς σοβαρές ιδεολογικές και πολιτικές αιτιολογήσεις προσλαμβάνει τον χαρακτήρα αθλήματος και διαμορφώνει τον τύπο του πολιτικού ιδιώτη που ενδιαφέρεται μόνο για το ατομικό του όφελος και την προσωπική πολιτική του επιβίωση.Αυτό το γενικευμένο φαινόμενο του πολιτικού κυνισμού, της συναλλαγής και της αναξιοπρέπειας αποκτά σταδιακά και δύο «ποιοτικού» χαρακτήρα διαστάσεις.Η πρώτη αφορά στο φαινόμενο ενός διευρυμένου «κοινωνικού μιθριδατισμού» που τυπικά διαφοροποιείται, αλλά στην ουσία ανέχεται και δεν αντιδρά σε αυτές τις πρακτικές, αφού οι ανεξαρτητοποιούμενοι, συναλλασσόμενοι και μεταγραφόμενοι ενσωματώνονται στο ευρύτερο πλαίσιο της κομματικής κρίσης (όλοι τα ίδια κάνουν!!).Η δεύτερη διάσταση αφορά νέα πρόσωπα που τοποθετήθηκαν σε υπεύθυνες θέσεις, κατέλαβαν βουλευτικό αξίωμα, πρόσωπα στερούμενα μάλιστα πείρας και σοβαρών πολιτικών προσόντων.Και όταν νέοι άνθρωποι ακολουθούν και αυτοί με την πρώτη ευκαιρία τον δρόμο της αναξιοπρέπειας, της συναλλαγής και του καριερισμού τότε η απογοήτευση είναι διπλή. Γιατί αποκαλύπτεται ότι η φθορά και η διαφθορά έχουν ήδη υπονομεύσει κάθε προσπάθεια για ένα καλλίτερο δημοκρατικό μέλλον.*Αν. καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του ΕΚΠΑ