Από την Τετάρτη 3 Ιουνίου έως και την Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026 θα πραγματοποιηθεί η δημόσια προσφορά για το νέο επταετές ομολογιακό δάνειο της Lamda Development.Η εταιρεία επιδιώκει να αντλήσει έως 350 εκατ. ευρώ από το επενδυτικό κοινό, ενώ μέσα από το ενημερωτικό σκιαγραφείται η πορεία του Ελληνικού, οι επενδύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, οι χρηματοδοτικές ανάγκες του ομίλου αλλά και τα επόμενα βήματα των αναπτύξεων.Η τιμή διάθεσης έχει οριστεί στα 1.000 ευρώ ανά ομολογία, ενώ το τελικό επιτόκιο και η τελική απόδοση θα καθοριστούν μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου προσφορών. Ως ελάχιστο όριο κάλυψης ορίστηκαν τα 330 εκατ. ευρώ.Εφόσον η έκδοση καλυφθεί πλήρως, τα καθαρά κεφάλαια μετά την αφαίρεση των δαπανών έκδοσης, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν περίπου στα 340 εκατ. ευρώ.Από αυτά, περίπου 320 εκατ. ευρώ προορίζονται για την πλήρη πρόωρη αποπληρωμή του ομολογιακού δανείου του 2020, μέσω άσκησης δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης στις 21 Ιουλίου 2026. Τα υπόλοιπα κεφάλαια θα κατευθυνθούν σε ανάγκες χρηματοδότησης της εταιρείας και θυγατρικών του ομίλου, όπως κεφάλαιο κίνησης, τόκοι και λοιπές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις.Το μεγαλύτερο βάρος για τον όμιλο πέφτει στο Ελληνικό, με το ενημερωτικό να δίνει εικόνα για την πρόοδο των αναπτύξεων και την πορεία του έργου.Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, στις 31 Δεκεμβρίου 2025 οι ανεκτέλεστες κεφαλαιουχικές δεσμεύσεις για το έργο διαμορφώνονταν περίπου στο 1,04 δισ. ευρώ, ποσό που αφορά μελέτες, υπηρεσίες project management και κατασκευαστικές εργασίες.Την ίδια στιγμή, οι συνολικές ταμειακές εισπράξεις από πωλήσεις και μισθώσεις ακινήτων από την έναρξη του έργου έως τις 30 Απριλίου 2026 είχαν ξεπεράσει τα 1,7 δισ. ευρώ.Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες (Capex) για το 2025 διαμορφώθηκαν περίπου στα 426 εκατ. ευρώ για έργα κτιρίων και υποδομών. Από την έναρξη του έργου έως το τέλος του 2025 οι συνολικές κεφαλαιουχικές δαπάνες είχαν φτάσει περίπου τα 990 εκατ. ευρώ.Στο οικιστικό σκέλος, η γειτονιά Little Athens συνεχίζει να εμφανίζει υψηλή ζήτηση. Μέχρι τις 30 Απριλίου 2026 είχαν διατεθεί στην αγορά 671 διαμερίσματα, εκ των οποίων 577 είχαν ήδη πωληθεί ή δεσμευθεί από ενδιαφερόμενους αγοραστές. Η εταιρεία σχεδιάζει να διαθέσει ακόμη περίπου 300 κατοικίες έως το τέλος της χρονιάς.Στις εμπορικές αναπτύξεις, για το The Ellinikon Mall έως τις 20 Μαΐου 2026 είχαν συμφωνηθεί Heads of Terms που αντιστοιχούν περίπου στο 70% της συνολικής εκμισθώσιμης επιφάνειας. Για το Riviera Galleria είχαν συμφωνηθεί δεσμευτικές και μη δεσμευτικές συμφωνίες για περίπου το 76% της διαθέσιμης επιφάνειας.Μία ακόμη ανάπτυξη που έχει προστεθεί στο έργο είναι το Healthcare Park. Τον Δεκέμβριο του 2025 η Ελληνικό Μ.Α.Ε. και ο όμιλος Ιατρικού Αθηνών υπέγραψαν αποκλειστική στρατηγική συμφωνία, σε συνέχεια του μνημονίου συνεργασίας που είχε προηγηθεί τον Απρίλιο του 2024.Το Healthcare Park θα αναπτυχθεί δίπλα στο The Ellinikon Mall. Προβλέπεται η δημιουργία αυτόνομου και λειτουργικά ανεξάρτητου συγκροτήματος περίπου 6.000 τ.μ., με υπηρεσίες υγείας και ευεξίας.Η Ελληνικό θα αναλάβει την ανάπτυξη και κατασκευή του έργου, το οποίο θα μισθωθεί στον όμιλο Ιατρικού Αθηνών για αρχική περίοδο δέκα ετών με δυνατότητα παράτασης. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται και Εξειδικευμένο Κέντρο Μακροζωίας και Αντιγήρανσης (Longevity and Anti-aging Center), ενώ ο χρονικός ορίζοντας ολοκλήρωσης τοποθετείται έως το τέλος του 2028.Σημαντική θέση στον σχεδιασμό της επόμενης φάσης του Ελληνικού έχει και η συμφωνία με την ION για τη δημιουργία Διεθνούς Κέντρου Έρευνας και Καινοτομίας.Το Διεθνές Κέντρο Έρευνας και Καινοτομίας προβλέπεται να φιλοξενήσει περίπου 2.000 επαγγελματίες από 44 χώρες. Η επένδυση της ION εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 1,5 δισ. ευρώ έως την ολοκλήρωσή της, ενώ η Lamda Development αναμένεται να εισπράξει συνολικά 450 εκατ. ευρώ.Η συναλλαγή βρίσκεται σε διαδικασία ολοκλήρωσης νομικού, τεχνικού και χρηματοοικονομικού ελέγχου (due diligence), καθώς και οριστικοποίησης των συμβατικών εγγράφων, διαδικασία που εκτιμάται ότι θα έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος Ιουλίου 2026.Η διοίκηση της εταιρείας αναγνωρίζει πάντως ότι εξακολουθούν να υφίστανται παράγοντες αβεβαιότητας, όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι πληθωριστικές πιέσεις, οι ενεργειακές εξελίξεις και το κόστος πρώτων υλών.