«Η υπόθεση των Eurofighter δεν αλλάζει τις ελληνο-τουρκικές και ελληνο-γερμανικές ισορροπίες, αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο το Βερολίνο αντιλαμβάνεται τον ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ», έλεγε ευρωπαίος διπλωμάτης.«Η σχέση με την Τουρκία δεν καθορίζεται, πλέον, πρωτίστως από τις διμερείς εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά από τη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ», σημείωνε χαρακτηριστικά.Ωστόσο, μέρα με τη μέρα, η Γερμανία έρχεται όλο και πιο κοντά στην Τουρκία εκμεταλλευόμενη το «καπέλο» του ΝΑΤΟ και ως εκ τούτου βάζει στην, εκ των πραγμάτων δύσκολη εξίσωση για Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ).Τελευταία απόδειξη, η αποστολή συστοιχίας Patriot στην Τουρκία – στο πλαίσιο βέβαια εναλλαγής δυνάμεων του NATO – όπως και μετακίνηση 150 στρατιωτών. Από τέλη Ιουνίου έως τον Σεπτέμβριο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSIΤο μήνυμα που δεν «έπιασε»Βέβαια, η Αθήνα με κάθε τρόπο έχει μεταφέρει δημοσίως το «μήνυμα» στο Βερολίνο. Τώρα εάν το έχει λάβει ή όχι, τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους.Αρχικά, τον Μάιο του 2025 ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε κοινές δηλώσεις με τον Γερμανό Καγκελάριο, Φρίντριχ Μερτς, και ερωτηθείς σχετικά για την πώληση Eurofighter στην Άγκυρα, σημείωσε ότι «δεν είναι η δουλειά ενός Πρωθυπουργού, φιλοξενούμενου σε μία μεγάλη χώρα όπως η Γερμανία, να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίον η Γερμανία θα κάνει πωλήσεις οπλικών συστημάτων. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει μια, θα σας έλεγα, κατανόηση ως προς την ανάγκη τέτοιου είδους πωλήσεις, αλλά και ενδεχόμενες μελλοντικές αμυντικές συνεργασίες να πληρούν ορισμένες βασικές προϋποθέσεις. Και οι προϋποθέσεις αυτές έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι οι τρίτες χώρες οι οποίες θέλουν με κάποιον τρόπο να συνδεθούν αμυντικά με την Ευρώπη, θα πρέπει να δείχνουν, αν μη τι άλλο, μια υψηλή συμμόρφωση ως προς την κοινή πολιτική εξωτερικών και ασφάλειας ή -γιατί όχι;- να υπογράψουν και μία συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Να υπάρχει δηλαδή ένα πλαίσιο στο οποίο θα λαμβάνονται υπόψη και οι ιδιαιτερότητες όλων των κρατών μελών. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι λογικό, το οποίο κατανοεί και ο Καγκελάριος.Πρόσφατα, στη συνάντηση που πραγματοποίησαν ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης με τον Γερμανό ομόλογό του, Γιόχαν Βάντεφουλ, ο ΥΠΕΞ ανέπτυξε τις ελληνικές θέσεις για τις προκλήσεις και τις ευαισθησίες της Ελλάδας ως προς τις ισορροπίες στην περιοχή, τις οποίες εταίροι και σύμμαχοι, όπως η Γερμανία, θεωρούμε αυτονόητο ότι λαμβάνουν υπ´ όψιν τους. Ιδίως οι εξοπλισμοί και η μη χρήση τους σε βάρος συμμάχων χωρών συνιστά αναγκαίο όρο.Από τον Όλαφ στον ΦρίντριχΚαι ενώ με τον Όλαφ όλα έγερναν προς τη μία… πλευρά, ακόμα και λίγες ημέρες πριν φύγει από την Καγκελαρία, κάτι άλλαξε.Αρκεί να θυμηθεί κανείς, ότι από την ανάληψη της Καγκελαρίας από τον Σολτς το 2021, η Γερμανία προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες πραγματικότητες.Από τη μία πλευρά, η Τουρκία ως κρίσιμος σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και από την άλλη, οι εντάσεις με την Ελλάδα όπως και η εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, διατηρούσαν μια σταθερή καχυποψία στο Βερολίνο.Όπως σημειώνουν αρμόδιες πηγές στη «Ν», η γερμανική πολιτική απέναντι στην Άγκυρα ήταν διττής «χρήσης». Από τη μία συνεργασία όπου υπάρχει ανάγκη και από την άλλη περιορισμός όπου υπάρχει πολιτικό κόστος.Το 2022, ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας ανακάτεψε την τράπουλα. Η Τουρκία απέκτησε αναβαθμισμένο ρόλο ως «καλός Σαμαρείτης» και μεσολαβητικός δίαυλος με τη Μόσχα, από πολλά ευρωπαϊκά κράτη. Κάτι που προσπαθεί να κάνει και τώρα με την περίπτωση του Ιράν.Ωστόσο, το Βερολίνο παρέμεινε επιφυλακτικό ως προς τα εξοπλιστικά, πολλώ δε μάλλον συστήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ισορροπία στο Αιγαίο. (Eurofighter).Τότε, η Τουρκία, έχοντας αποκλειστεί από το πρόγραμμα F-35, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα σοβαρό κενό στην αεροπορική της ισχύ.Η λύση των Eurofighter εμφανίστηκε ως η πιο ρεαλιστική ευρωπαϊκή επιλογή με τη Γερμανία -τότε- να έχει δικαίωμα βέτο στις εξαγωγές, γεγονός που κατέστησε το Βερολίνο κεντρικό παράγοντα της υπόθεσης.Ήδη από το 2023, σύμφωνα με αναλύσεις που είχαν δημοσιευθεί στη Frankfurter Allgemeine Zeitung και στο Der Spiegel, η γερμανική κυβέρνηση αντιμετώπιζε το ζήτημα ως «πολιτικά ευαίσθητο».Το Ηνωμένο Βασίλειο, τότε, πίεζε έντονα για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, καθώς η εξαγωγή προς την Τουρκία θεωρούνταν κρίσιμη για τη βιωσιμότητα του προγράμματος. Από την άλλη, στο Βερολίνο υπήρχε έντονη επιφυλακτικότητα λόγω των ελληνοτουρκικών εντάσεων και της γενικότερης εικόνας της Τουρκίας σε ζητήματα κράτους δικαίου. Τα οποία και παραμένουν.Το 2024, η στάση της κυβέρνησης Σολτς παρέμεινε εξαιρετικά διστακτική. Η Γερμανία δεν έδωσε το «πράσινο φως» για την εξαγωγή, διατηρώντας το θέμα σε επίπεδο τεχνικών συζητήσεων.Όπως σημείωναν αρμόδιες πηγές, η γερμανική στρατηγική βασιζόταν περισσότερο στην αποφυγή ρήξης με την Ελλάδα παρά στην επιθυμία ενίσχυσης της τουρκικής αεράμυνας. Παράλληλα, γερμανικά μέσα υπογράμμιζαν ότι η κυβέρνηση προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στη βιομηχανική πίεση και στις πολιτικές της δεσμεύσεις.