Τoυ Νίκου Παναγιωτόπουλου, καθηγητή Κοινωνιολογίας, ΕΚΠΑ ΕΙΝΑΙ δυνατόν μια υπεύθυνη πολιτική εξουσία να καταφέρει να αρθρώσει την ανάπτυξη με τη δικαιοσύνη σε μια μορφή διάφορη από αυτή του παιχνιδιού μηδενικού αθροίσματος που έχει εγκαθιδρυθεί σήμερα;Να υπάρξει μια πολιτική που δεν θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει την ανάπτυξη ως διαδικασία που προσδιορίζεται εξωγενώς και με τεχνικούς όρους, ούτε τη δικαιοσύνη ως επιλογή μεταξύ άλλων εθνικών πολιτικών προοπτικών;Είναι δυνατόν να αποκηρυχθεί ο αυταρχικός τεχνοκρατισμός χωρίς να κυριαρχήσει ο λαϊκισμός, στον οποίο χαρίστηκαν πάρα πολύ συχνά κοινωνικές διεκδικήσεις, παίζοντας, για ακόμη μια φορά, το παιχνίδι των μυωπικών
τεχνοκρατών;ΖΗΤΑΜΕ από τους πολιτικούς να προτείνουν -ύστερα από σύσταση των οικονομολόγων- συλλογικές δράσεις για την κοινωνία (νόμους, κανόνες, κανονισμούς, ρυθμίσεις, μετασχηματισμούς που αφορούν τους φόρους, τις καταναλώσεις κ.λπ.), με στόχο να αυξηθεί το ΑΕΠ και, παράλληλα, να μεριμνούν για την ευδαιμονία των πολιτών, την ποιότητα της ζωής τους, την κοινωνική δικαιοσύνη, το περιβάλλον, τη βία κτλ.Ο συνδυασμός αυτών των δύο προοπτικών αντιμετωπίζεται στην πράξη από την τωρινή κυρίαρχη οικονομικο -πολιτική αντίληψη ως ασυγκρότητος και αντιφατικός, ενώ η υπέρβαση αυτού του χαρακτηρισμού είναι και επιστημονικά δυνατή και κοινωνικά αναγκαία.Αν θυμόμαστε και δεχόμαστε πως η οικονομική δραστηριότητα είναι λιγότερο ένας σκοπός αυτός καθαυτόν και περισσότερο ένα μέσον, καθώς ο βασικός στόχος (οφείλει να) είναι η βελτίωση του επιπέδου της ποιότητας της ζωής των πολιτών, τότε το πρόταγμα της υπέρβασης αυτής δεν μπορεί παρά να είναι απολύτως νόμιμο.ΣΥΝΙΣΤΑ αδήριτη ανάγκη οι πολιτικοί φορείς που επιδιώκουν την ανατροπή της σημερινής οικονομίας της δυστυχίας να αναζητήσουν και να φέρουν στη δημόσια συζήτηση τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και τα πρωτοποριακά εκείνα επιστημονικά εργαλεία που αποδεικνύουν το γεγονός πως η σημερινή στενή οικονομιστική προσέγγιση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης των κοινωνιών δεν συνυπολογίζει όλα τα κόστη, υλικά και συμβολικά, που συνδέονται με την άσκηση των πολιτικών της. Και εκ τούτου δεν είναι αποτελεσματική ούτε από την αμιγώς οικονομική οπτική.ΑΝΤΙΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ την κυρίαρχη οικονομική αντίληψη με τα ίδια τα δικά της εργαλεία, μπορούν να αυξηθούν οι πιθανότητες απονομιμοποίησης της αφηρημένης και αναπηρικής γνώσης στην οποία θεμελιώνεται η σημερινή κυρίαρχη πολιτική σκέψη και η οποία οδηγείται στο να μη σέβεται τους ανθρώπους και τις πραγματικές καταστάσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι· στο να παραγνωρίζει ή να αγνοεί πλήρως τις ουσιαστικές αιτίες των διάφορων μορφών κοινωνικής οδύνης που πλήττουν τους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες· στο να τοποθετεί το άτομο στο κέντρο του «σχεδιασμού της κοινωνίας», χωρίς να λαμβάνει υπόψη της το γεγονός πως η σφαίρα των δυνατοτήτων που αντιστοιχεί σε κάθε άτομο έχει τα ίδια όρια με το πεδίο των αντικειμενικών πιθανοτήτων μέσα στο οποίο δρα, πως σε κάθε κατάσταση οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών αντιστοιχεί ένα σύστημα πρακτικών και διαθέσεων που οργανώνει τη σχέση του κάθε ατόμου με το παρόν και το μέλλον του.ΘΑ ΈΧΟΥΜΕ την ευκαιρία πάλι στην προεκλογική περίοδο, κατά την οποία θα συζητηθούν τα ζητήματα και οι προτάσεις για την ανάπτυξη της χώρας, να παρατηρήσουμε, άλλη μια φορά, πως, αν το ζήτημα της μέτρησης των οικονομικών επιδόσεων και της κοινωνικής προόδου παίρνει μια τόσο σημαντική διάσταση, είναι γιατί ακριβώς οι






