Υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα στην προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να στραγγαλίσει οικονομικά το Ιράν: όσο πιο αποτελεσματικές γίνονται οι αμερικανικές κυρώσεις, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να αρχίσουν να πονάνε και εκείνους που τις επιβάλλουν.Και όσο η Ουάσιγκτον αποφεύγει αυτόν τον πόνο, τόσο λιγότερο αποτελεσματικές είναι οι κυρώσεις απέναντι στην Τεχεράνη.Αυτό είναι το παράδοξο πίσω από την «οικονομική D-Day» που εξήγγειλε η κυβέρνηση Τραμπ. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρουσίασε τη νέα επιχείρηση οικονομικής απομόνωσης του Ιράν ως μια προσπάθεια να κοπεί «κάθε εναπομείνασα οικονομική σανίδα σωτηρίας» του καθεστώτος.Στην πράξη, όμως, η πρώτη ομοβροντία περιλάμβανε κυρίως κυρώσεις εναντίον δεκάδων εταιρειών-βιτρίνα, μεσαζόντων και πλοίων του σκιώδους στόλου.Τα πραγματικά βαριά όπλα έμειναν, προς το παρόν, στη θήκη. Και υπάρχει λόγος.Για να απομονώσει πράγματι το Ιράν, η Αμερική θα πρέπει να συγκρουστεί όχι μόνο με την Τεχεράνη, αλλά και με μερικούς από τους σημαντικότερους εμπορικούς και χρηματοπιστωτικούς παίκτες του πλανήτη. Πρώτα απ’ όλους, με την Κίνα.Eίτε χτυπάς την Κίνα είτε δεν χτυπάς πραγματικά το ΙράνΗ Κίνα είναι η μεγάλη τρύπα στο δίχτυ των δυτικών κυρώσεων. Κινεζικά διυλιστήρια απορροφούν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλούνται αναλυτές του Atlantic Council, σχεδόν το 90% του ιρανικού πετρελαίου που βρίσκει αγοραστή στο εξωτερικό.Όσο αυτό το κανάλι μένει ανοικτό, η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει μια κρίσιμη πηγή συναλλάγματος.Η πραγματική οικονομική ασφυξία, επομένως, θα απαιτούσε δευτερογενείς κυρώσεις όχι μόνο εναντίον μικρών εταιρειών-κελυφών στο Χονγκ Κονγκ, στη Μαλαισία ή στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλά εναντίον μεγάλων κινεζικών τραπεζών, διυλιστηρίων, λιμανιών και κρατικών επιχειρήσεων.Εκεί όμως αλλάζει ολόκληρη η εξίσωση. Ο πρώην Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Ντάνιελ Φριντ το έθεσε σχεδόν ωμά στην ανάλυσή του για το Atlantic Council: αυτό που ανακοινώθηκε «δεν είναι τίποτα», αλλά δεν είναι ούτε η D-Day που υπόσχεται η κυβέρνηση. Για ένα πραγματικά συντριπτικό πλήγμα θα έπρεπε η Ουάσιγκτον να τα βάλει με μεγάλες κινεζικές επιχειρήσεις και τράπεζες.Ο ίδιος ο Μπέσεντ αποκάλυψε, ίσως άθελά του, το όριο της στρατηγικής όταν ρωτήθηκε γιατί δεν προχώρησε ήδη σε πολύ σκληρότερες δευτερογενείς κυρώσεις: η κυβέρνηση, είπε, δεν θέλει να «ανατινάξει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα».Ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.Η απειλή είναι τρομακτική μόνο όσο δεν χρειάζεται να πραγματοποιηθείΟι ΗΠΑ διαθέτουν ένα μοναδικά ισχυρό όπλο: το δολάριο και την πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μια ξένη τράπεζα μπορεί θεωρητικά να συνεχίσει να συνεργάζεται με την Τεχεράνη. Αν όμως η Ουάσιγκτον της πει ότι τότε θα χάσει την πρόσβαση στις αμερικανικές αγορές και στις συναλλαγές σε δολάρια, το δίλημμα γίνεται πολύ πιο δύσκολο.Αυτή ακριβώς είναι η δύναμη των δευτερογενών κυρώσεων. Αλλά το όπλο λειτουργεί καλύτερα απέναντι σε χώρες και επιχειρήσεις που δεν έχουν ούτε τη δύναμη ούτε τη διάθεση να ανταποδώσουν.Η Κίνα έχει και τα δύο. Το Πεκίνο έχει ενισχύσει τα τελευταία χρόνια το δικό του νομικό οπλοστάσιο κατά των ξένων κυρώσεων, ενώ έχει ήδη δείξει ότι είναι πρόθυμο να χρησιμοποιήσει τις κρίσιμες πρώτες ύλες ως μέσο πίεσης. Νέοι αμερικανικοί περιορισμοί σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες ή επιχειρήσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν αντίποινα στις σπάνιες γαίες και σε άλλα υλικά απαραίτητα για την αμερικανική τεχνολογία, την αυτοκινητοβιομηχανία ακόμη και την αμυντική βιομηχανία.Και όλα αυτά ενώ η Ουάσιγκτον προσπαθεί ταυτόχρονα να διατηρήσει την εμπορική εκεχειρία με το Πεκίνο και ο Σι Τζινπίνγκ ετοιμάζεται να επισκεφθεί τις ΗΠΑ.Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Αμερική μπορεί να προκαλέσει τεράστια ζημιά στην ιρανική οικονομία.Μπορεί. Το ερώτημα είναι εάν είναι διατεθειμένη να πληρώσει την τιμή.Το τίμημα έχει ήδη αρχίσει να φαίνεται στα χωράφια της ΑμερικήςΥπάρχει, όμως, και μια βαθύτερη ειρωνεία. Πριν ακόμη εφαρμοστεί η πλήρης οικονομική ασφυξία του Ιράν, το κόστος της σύγκρουσης έχει αρχίσει να περνά στην ίδια την αμερικανική οικονομία.Οι Financial Times κατέγραψαν αυτή την εβδομάδα μια εικόνα που απέχει πολύ από την Τεχεράνη: αγρότες στην Αϊόβα και τη Νεμπράσκα που μιλούν για τη χειρότερη γεωργική κρίση των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.Η επιβράδυνση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έχει ανεβάσει κατακόρυφα το κόστος των καυσίμων και έχει διαταράξει τις παγκόσμιες προμήθειες λιπασμάτων.Το ντίζελ, ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά αγροτικά μηχανήματα, έχει εκτιναχθεί κατά μέσο όρο στα 5,45 δολάρια το γαλόνι, από 3,81 δολάρια πριν από τον πόλεμο. Λιπάσματα που πριν από μία δεκαετία κόστιζαν περίπου 470 δολάρια τον τόνο πωλούνται πλέον πάνω από 900 δολάρια.Και οι αγρότες βρίσκονταν ήδη υπό πίεση από χαμηλές τιμές στα σιτηρά, υψηλότερα επιτόκια, ακριβότερα μηχανήματα και τις συνέπειες των εμπορικών συγκρούσεων στις εξαγωγές τους προς την Κίνα.Η American Farm Bureau Federation υπολογίζει ότι χωρίς κρατική βοήθεια οι παραγωγοί εννέα βασικών καλλιεργειών μπορεί να εμφανίσουν συνολικές ζημιές 31 δισ. δολαρίων φέτος και 32 δισ. το 2027.Αυτό δεν είναι πια εξωτερική πολιτική. Είναι εσωτερική οικονομία.