Τoυ Ιωάννη Χαρίση, Global Pharma Licensing & Asset BrokerageΚΑΠΟΤΕ το αμερικανικό και το ευρωπαϊκό σύστημα υγείας παρουσιάζονταν ως δύο αντίθετοι κόσμοι.Από τη μία βρισκόταν το αμερικανικό μοντέλο, όπου η αγορά, η ιδιωτική ασφάλιση κι η ατομική οικονομική δυνατότητα είχαν καθοριστικό ρόλο στην πρόσβαση στη φροντίδα.Από την άλλη, το ευρωπαϊκό μοντέλο στηριζόταν στην ιδέα της καθολικής κάλυψης, της ισχυρής δημόσιας χρηματοδότησης και της αντίληψης ότι η υγεία αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα κι όχι πεδίο ατομικής διαπραγμάτευσης.Σήμερα, όμως, αυτή η καθαρή διάκριση αρχίζει να θολώνει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν εδώ και καιρό να καλύψουν κάποια από τα πιο κραυγαλέα κενά του συστήματός τους, ενώ η Ευρώπη, συχνά αθόρυβα, αφήνει ολοένα μεγαλύτερο χώρο στην ιδιωτική δαπάνη, στις συμπληρωματικές ασφαλίσεις και σε πιο υβριδικές μορφές χρηματοδότησης της περίθαλψης.ΑΥΤΟ δεν σημαίνει ότι τα δύο μοντέλα ταυτίζονται. Σημαίνει όμως ότι μετακινούνται σταδιακά το ένα προς το άλλο.Οι ΗΠΑ αναζητούν περισσότερη καθολικότητα, περισσότερη ρύθμιση κι ισχυρότερο δημόσιο αποτύπωμα σε κρίσιμα πεδία, από την ασφάλιση έως τον έλεγχο του κόστους του φαρμάκου.Η Ευρώπη, αντίθετα, δεν εγκαταλείπει τον δημόσιο χαρακτήρα της υγείας, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις τον αναδιατάσσει με τρόπο που επιβαρύνει περισσότερο τον πολίτη, είτε μέσω άμεσων πληρωμών είτε μέσω της ανάγκης για ιδιωτική συμπληρωματική κάλυψη.Το αποτέλεσμα είναι η μετατόπιση σε ένα νέο υβριδικό τοπίο, το οποίο δεν θυμίζει ούτε την ελεύθερη αγορά των ΗΠΑ ούτε την κλασική ευρωπαϊκή εκδοχή της καθολικής προστασίας.Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι αυτή η μετατόπιση δεν συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο σε όλη την Ευρώπη.Στα χαρτιά η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εμφανίζεται ως χώρος σύγκλισης, κοινών αρχών και κοινωνικής συνοχής.Στην πράξη, όμως, οι ανισότητες στην υγεία ανάμεσα σε χώρες, περιφέρειες και κοινωνικές ομάδες παραμένουν βαθιές, ενώ οι διαφορές στον τρόπο χρηματοδότησης κι οργάνωσης των συστημάτων υγείας γίνονται όλο και πιο εμφανείς.Άλλες χώρες εξακολουθούν να στηρίζουν με μεγαλύτερη συνέπεια τον δημόσιο πυλώνα, ενώ άλλες μεταφέρουν σταδιακά μεγαλύτερο βάρος στον ιδιώτη, στην ιδιωτική ασφάλιση και στις πληρωμές από την τσέπη (outof-pocket payments).Με αυτή την έννοια, η Ευρώπη δεν συγκλίνει, αλλά μάλλον διασπάται.Η ΕΛΛΑΔΑ βρίσκεται ακριβώς μέσα σε αυτή τη μεταβατική ζώνη και ίσως μάλιστα σε μια από τις πιο ευάλωτες θέσεις της.Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η συνολική χρηματοδότηση της υγείας στη χώρα έφτασε το 2024 στο 9,92% του ΑΕΠ, αλλά η ιδιωτική χρηματοδότηση αυξήθηκε ταχύτερα από τη δημόσια κι αντιστοιχεί περίπου στο 39,1% του συνόλου.Πρόκειται για ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα πολύ ψηλά στις ιδιωτικές δαπάνες υγείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επιβεβαιώνοντας ότι το βάρος της περίθαλψης δεν κατανέμεται πλέον με τρόπο που να παραπέμπει στο κλασικό ευρωπαϊκό πρότυπο.Αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι στην Ελλάδα η πρόσβαση στην υγεία εξαρτάται όλο και λιγότερο αποκλειστικά από τη δημόσια εγγύηση κι όλο και περισσότερο από την οικονομική αντοχή του πολίτη.Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται το φάρμακο ως ο πιο καθαρός καθρέφτης του μοντέλου που διαμορφώνεται.Στις ΗΠΑ, το φάρμακο υπήρξε για χρόνια ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πεδία όπου η ισχύς της αγοράς παρήγαγε εντυπωσιακή καινοτομία, αλλά και μεγάλες πιέσεις στο κόστος και στην ισότητα της πρόσβασης.Τα τελευταία χρόνια η αμερικανική συζήτηση στρέφεται όλο και περισσότερο σε μηχανισμούς διαπραγμάτευσης και περιορισμού των τιμών.Στην Ευρώπη, αντίθετα, το φάρμακο ήταν κατ’ εξοχήν πεδίο συλλογικής κάλυψης, κρατικής διαπραγμάτευσης και σχετικής προστασίας του ασθενούς.Όμως κι εδώ τα πράγματα αλλάζουν: Η πίεση στα δημόσια συστήματα, η αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης και η διαρκής αναζήτηση δημοσιονομικής ισορροπίας μεταφέρουν σταδιακά βάρη προς τους ασθενείς, είτε μέσω συμμετοχών είτε μέσω πιο σύνθετων κι ασταθών μηχανισμών κάλυψης.ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ αυτή η μεταβολή είναι ακόμη πιο ορατή. Το φάρμακο δεν είναι απλώς ένα πεδίο πολιτικής υγείας, είναι το σημείο όπου φαίνεται πιο καθαρά αν το σύστημα λειτουργεί με κριτήριο την ανάγκη ή με κριτήριο την οικονομική δυνατότητα.Όταν η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη παραμένει υπό πίεση, όταν οι μηχανισμοί αυτόματων επιστροφών παγιώνονται, όταν το κόστος διαχέεται ανάμεσα στο κράτος, στη βιομηχανία και στον ασθενή, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο λογιστικό.Είναι βαθιά κοινωνικό: Ποιος τελικά θα συνεχίσει να έχει ομαλή πρόσβαση στη θεραπεία και ποιος θα αρχίσει να τη μετρά με βάση το πορτοφόλι του;Κι εδώ ακριβώς εμφανίζεται το πρόβλημα των δύο ταχυτήτων. Στην πράξη, το ελληνικό σύστημα υγείας λειτουργεί ήδη ως ένα σύστημα άνισης πρόσβασης.Οι έχοντες μπορούν να πληρώνουν από την τσέπη, να αγοράζουν ιδιωτική ασφάλιση, να αναζητούν συντομότερη διαδρομή προς εξετάσεις, νοσηλεία ή θεραπεία.Οι μη έχοντες, οι συνταξιούχοι, οι πιο ευάλωτοι, εξαρτώνται πολύ περισσότερο από το τι μπορεί να καλύψει, πόσο γρήγορα και με ποιους όρους ο δημόσιος πυλώνας.Η υγεία δύο ταχυτήτων δεν είναι πια απλώς μια θεωρία ή σχήμα λόγου. Περιγράφει όλο και περισσότερο την καθημερινή εμπειρία του ασθενούς.ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα θα δηλώσει κάποτε επίσημα ότι μετακινείται προς ένα πιο αμερικανικού τύπου μοντέλο.Ένα τέτοιο μοντέλο δεν είναι από μόνο του κάτι αρνητικό. Είναι ένα μοντέλο που συνδέεται με μεγαλύτερο ρόλο της αγοράς, ισχυρότερη παρουσία της ιδιωτικής ασφάλισης, περισσότερες επιλογές για όσους μπορούν να τις υποστηρίξουν, αλλά και με μεγαλύτερη ατομική ευθύνη στη χρηματοδότηση της φροντίδας.Το πραγματικό ζήτημα είναι αν η χώρα θα φτάσει σε μια τέτοια μετάβαση μέσα από συνειδητή πολιτική επιλογή, με σαφείς κανόνες, καθορισμένα όρια κι ειλικρίνεια απέναντι στους πολίτες, ή αν θα οδηγηθεί εκεί από αδράνεια, μέσα από αποσπασματικά μέτρα και σιωπηρή μετακύλιση του κόστους.Γιατί η αδράνεια είναι αυτή που γεννά ένα σύστημα ρουλέτα: ένα καθεστώς στο οποίο η κάλυψη του φαρμάκου, οι πληρωμές από την τσέπη και τελικά η ποιότητα της πρόσβασης δεν θα καθορίζονται από μια καθαρή κοινωνική συμφωνία, αλλά από την οικονομική κατάσταση του καθενός, από το Ε1 του, από τη δυνατότητά του να αγοράσει ιδιωτική ασφάλιση ή να αντέξει ιδιωτικές πληρωμές.Άλλο, επομένως, ένα οργανωμένο μοντέλο με μεγαλύτερο ρόλο για την αγορά κι άλλο μια άναρχη μετάβαση, όπου ούτε το κράτος εξασφαλίζει επαρκώς τον δημόσιο πυλώνα ούτε η κοινωνία γνωρίζει με σαφήνεια ποιο μέρος του κόστους θα αναλάβει συλλογικά και ποιο ατομικά.ΑΥΤΟ είναι και το σημείο όπου η ελληνική συζήτηση πρέπει να γίνει πιο ειλικρινής.Δεν αρκεί να μιλάμε για μεταρρυθμίσεις, εξορθολογισμό, δημοσιονομικά εργαλεία ή τεχνικές διορθώσεις.Χρειάζεται να απαντήσουμε καθαρά στο βασικό ερώτημα: Τι μοντέλο υγείας θέλουμε; Θέλουμε ένα σύστημα που, παρά τις αδυναμίες του, θα συνεχίσει να θεωρεί την πρόσβαση στο φάρμακο και στην περίθαλψη συλλογική ευθύνη;Ή θέλουμε ένα σύστημα με μεγαλύτερη ατομική ευθύνη, περισσότερο ρόλο για την αγορά και πιο ισχυρή συμμετοχή της ιδιωτικής ασφάλισης;Το κρίσιμο είναι η επιλογή να είναι συνειδητή κι όχι προϊόν διολίσθησης. Η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει ξεκάθαρα τι θέλει μέσα σε μια Ευρώπη που δεν συγκλίνει όσο πιστεύουμε, μέσα σε μια Δύση όπου τα μοντέλα υγείας ανασχηματίζονται και μέσα σε μια εποχή όπου το φάρμακο βρίσκεται στο κέντρο όχι μόνο της θεραπείας, αλλά και της κοινωνικής ισότητας.