Στις νότιες παρυφές των Αστερουσίων, εκεί όπου ο ορεινός όγκος κατεβαίνει απότομα προς το Λιβυκό, βρίσκεται ο Λέντας.Στην αρχαιότητα ο τόπος ονομαζόταν Λεβήν και φιλοξένησε ένα από τα πιο ξακουστά ασκληπιεία της Μεσογείου, έναν χώρο θεραπείας που λειτούργησε από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως τις αρχές των βυζαντινών χρόνων [1]. Για περισσότερο από μια χιλιετία ασθενείς και προσκυνητές από όλη τη Μεσόγειο ταξίδευαν ως τη Λεβήνα αναζητώντας ίαση, καθώς το Λεβηναίον υπήρξε ονομαστό κέντρο υδροθεραπείας, φυσικοθεραπείας αλλά και ψυχιατρικής περίθαλψης.Η καρδιά του ιερού ήταν το νερό της ιερής πηγής. Η λατρεία του Ασκληπιού συνδεόταν στενά με τις πηγές: το καθαρό νερό ήταν βασικό στοιχείο κάθε ασκληπιείου, όχι μόνο ως σύμβολο αλλά ως θεραπευτικό μέσο, μέσα σε μια ολιστική προσέγγιση που συνδύαζε την ιατρική πρακτική με τη φροντίδα της ψυχής σε ένα υγιεινό, ευάερο τοπίο, προστατευμένο από τους βόρειους ανέμους, με θέα στο πέλαγος και ήπιο χειμώνα, χαρακτηριστικά που οι αρχαίοι θεωρούσαν αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σπυρίδων Μαρινάτος, Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης και μετέπειτα ανασκαφέας του Ακρωτηρίου της Θήρας, σημείωνε ότι ο Λέντας φημιζόταν για τη θεραπεία στομαχικών παθήσεων ακόμη και στις μέρες του, πολλούς αιώνες μετά τη σίγαση του ιερού και πολύ πριν οι αρχαιολόγοι το φέρουν στο φως. Οι έρευνες ξεκίνησαν το 1884 από τον Federico Halbherr, τον αρχαιολόγο και επιγραφολόγο που την ίδια χρονιά ανακάλυψε τον Κώδικα της Γόρτυνας και ίδρυσε αργότερα την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, ο οποίος, εντυπωσιασμένος από το πλήθος των επιγραφών της περιοχής, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τις ανασκαφές που ακολούθησαν. Αυτές, ξεκινώντας τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 1900 και συνεχίζοντας για πάνω από μία δεκαετία, αποκάλυψαν τον ναό, την ιερή πηγή, μαρμάρινη κλίμακα, δεξαμενές λουτρών συνδεδεμένες με πήλινο αγωγό και ένα σύστημα υδραγωγείων που καταγράφηκε στο ημερολόγιο ανασκαφής του Halbherr το 1910 [2], [3].Τι έκανε αυτό το νερό του Ασκληπιείου ξεχωριστό; Ήδη το 1938 ο Νικόλαος Λέκκας, διευθυντικό στέλεχος της Διεύθυνσης Ιαματικών Πηγών και πρωτεργάτης της συστηματικής καταγραφής αλλά και προώθησης του ελληνικού θερμαλισμού, το συμπεριέλαβε στο μνημειώδες σύγγραμμά του «Αι επτακόσιαι πενήντα μεταλλικαί πηγαί της Ελλάδος» ως μία από τις σημαντικότερες μεταλλικές πηγές της Κρήτης [4], ενώ αναλυτικές μετρήσεις από το 1915 έως το 1957 έδειξαν αξιοσημείωτα σταθερή θερμοκρασία και χημική σύσταση [5]. Το νερό ήταν και παραμένει για χιλιετίες θερμό, σταθερής θερμοκρασίας γύρω στους 22°C, αλκαλικό, που υδροχημικά κατατάσσεται στον «χλωριονατριούχο» τύπο (Na-Cl), με αλκαλικό χαρακτήρα που καθορίζεται από τα όξινα ανθρακικά άλατα ασβεστίου και μαγνησίου και με ανιχνεύσιμα ίχνη αρσενικού (0,00097 mg As). Χάρη ακριβώς σε αυτόν τον συνδυασμό οι ερευνητές Μακρής και Μασμανίδου [5] το κατέταξαν στα ιαματικά νερά, παρομοιάζοντάς το με τις φημισμένες γερμανικές πηγές Wiesenbad (Ludwigsquelle) και Badenweiler, που χρησιμοποιούνταν για δυσπεψία, καχεξία και νευρασθένεια. Οι πρόσφατες μετρήσεις ραδονίου απέκλεισαν τη ραδιενεργή διάσπαση ως πιθανή αιτία της αυξημένης θερμοκρασίας των υδάτων της ιερής πηγής, παραθέτοντας ως πιθανότερη εξήγηση για την υπερχιλιετή σταθερότητά της, τη μεγάλη θερμοχωρητικότητα των «εξωτικών» πετρωμάτων που δομούν την περιοχή μέσα στα οποία βρίσκεται ο υδροφορέας, τον οποίον εκφορτίζει η ιερή πηγή.Επί δύο χιλιετίες το νερό ανέβλυζε αδιάκοπα. Το 1989 μια γεώτρηση, εβδομήντα μέτρα βόρεια της ιερής πηγής, ανορύχτηκε για να καλύψει τη ύδρευση του οικισμού και ενός νέου, ραγδαίως αναπτυσσόμενου τομέα: του τουρισμού. Η γεώτρηση όμως έκλεψε στην κυριολεξία το νερό της ιερής πηγής η οποία και στέρεψε: το νερό που ανέβλυζε επί χιλιετίες από την ιερή πηγή σταμάτησε να ρέει. Συγκρίνοντας δε τα ιστορικά δεδομένα χημικών αναλύσεων των υδάτων με αντίστοιχα των ετών 2018–2021, η πρόσφατη μελέτη [1] εντόπισε κάτι ανησυχητικό: το νερό της γεώτρησης εμφανίζει ταυτόχρονη αύξηση συγκεντρώσεων ιόντων (νατρίου, χλωρίου και θειικών) με πιθανότερη ερμηνεία μια αρχόμενη υφαλμύρηνση: η θάλασσα διεισδύει σταδιακά στον μικρό παράκτιο υδροφορέα, πιθανώς λόγω υπεράντλησης, ιδίως τους ξηρούς καλοκαιρινούς μήνες. Το φαινόμενο δεν είναι τοπικό. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος έχει αναγνωρίσει τη διείσδυση θαλασσινού νερού ως μία από τις σοβαρότερες απειλές για τους παράκτιους υδροφορείς της Ευρώπης. Ένα θέμα για το οποίο κανείς από τους αρμόδιους φορείς δεν κρούει δυνατά και διαρκώς (όπως γίνεται με την κλιματική αλλαγή) τον κώδωνα του κινδύνου!!Η διέξοδος υπάρχει και βρίσκεται τοπογραφικά ψηλότερα: στην ευρύτερη περιοχή εκφορτίζονται διάσπαρτες μικρές πηγές, όπως το Κεφαλόβρυσο, με νερό εντελώς διαφορετικής, μαγνησιούχου σύστασης, που τροφοδοτείται από περιορισμένη υδροφορία μέσα στους ρηγματωμένους γνεύσιους και τα οφιολιθικά πετρώματα των υπερκείμενων σχηματισμών. Αυτή η πηγή κατά τη ρωμαϊκή περίοδο υδροδοτούσε τη Λεβήνα μέσω λίθινων αγωγών, τμήματα των οποίων σώζονται ακόμη. Η συστηματική μελέτη και ορθολογική αξιοποίηση των πηγών αυτών θα μπορούσε να καλύψει μέρος των αναγκών υδροδότησης της κοινότητας, μειώνοντας την πίεση άντλησης στον παράκτιο υδροφορέα, ανακόπτοντας τη θαλάσσια διείσδυση και επιτρέποντας εμμέσως την επαναλειτουργία της ιερής πηγής [1]. Απαραίτητη προϋπόθεση για ένα τέτοιο εγχείρημα είναι μια βάση αναφοράς η οποία υπάρχεις και είναι τα ιστορικά δεδομένα των χημικών αναλύσεων υδάτων της ιερής πηγής στο χρονικό διάστημα από το 1915–1957. Τα δεδομένα αυτά είναι καταγεγραμμένα σε μια εποχή απουσίας ουσιαστικής ανθρωπογενούς δραστηριότητας στην περιοχή, και προτείνονται ως φυσικά επίπεδα υποβάθρου (Natural Background Levels, NBLs) για τον παράκτιο υδροφορέα του Λέντα, δηλαδή ως τιμές αναφοράς που κατά την ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Υπόγεια Ύδατα, αποτυπώνουν τη σύσταση του νερού πριν από κάθε αξιόλογη ανθρώπινη παρέμβαση και επιτρέπουν να μετρηθεί με ακρίβεια κάθε μελλοντική επιβάρυνση. Η αξία των δεδομένων αυτών είναι μεγαλύτερη απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Η μεθοδολογία που έχει εφαρμοστεί στον ελληνικό χώρο για τον καθορισμό φυσικών επιπέδων υποβάθρου, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος BRIDGE, αποκλείει ρητά από τους υπολογισμούς της τα δείγματα υπόθερμων και αλμυρών παράκτιων υδροφορέων, επισημαίνοντας ότι τέτοιες περιπτώσεις δεν καλύπτονται από την τυπολογία και οφείλουν να εξετάζονται χωριστά [6]. Ο Λέντας ανήκει ακριβώς σε αυτή την παραμελημένη κατηγορία και τα ιστορικά του δεδομένα προσφέρουν κάτι που η στατιστική επεξεργασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει: μετρήσεις από μια εποχή που η απουσία ανθρώπινης παρέμβασης δεν χρειάζεται να τεκμαρθεί, γιατί είναι ιστορικά βεβαιωμένη.Η ανάδειξη του Ασκληπιείου δεν παραμένει υπόθεση όμως μόνο των ειδικών. Την στηρίζει έμπρακτα η τοπική κοινωνία, με «άρμα» τον Πολιτιστικό Σύλλογο Μιαμούς-Λέντα «Ο Ασκληπιός», με πρόεδρο τον συνάδελφο γεωλόγο Κωστή Μανιδάκη, μέσα από διαδοχικές εκδηλώσεις που συνδέουν τη διατήρηση των τοπικών εθίμων με την προβολή του αρχαίου ιερού. Χαρακτηριστική υπήρξε η συνδιοργάνωση «Ημέρες Λεβήνας» στον Λέντα και την Μιαμού τον Απρίλιο του 2024. Το τριήμερο πραγματοποιήθηκε από το Δίκτυο Συλλόγων Μεσαράς, σε συνεργασία με το Μουσείο Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, με την υποστήριξη της Περιφέρειας Κρήτης και του Τοπικού Προγράμματος Leader Μεσαρά της Αναπτυξιακής Ηρακλείου. Στην επιστημονική ημερίδα συναντήθηκαν αρχαιολόγοι, ιστορικοί, ανθρωπολόγοι και γεωλόγοι με καθηγητές ιατρικής, διατροφής και ψυχιατρικής, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν εκπαιδευτικές και περιβαλλοντικές δράσεις. Κορύφωση αποτέλεσε το χοροθέατρο «Ἰητῆρα νόσων Ἀσκληπιόν», που αναπαρέστησε στον ίδιο τον χώρο του Ασκληπιείου την τελετουργία της ίασης, προσέλευση, εγκοίμηση, εξαγνισμό και θεραπεία, με το νερό σε κυρίαρχο ρόλο. [7]. Την ίδια σχέση με τον τόπο και τον στόχο υπηρετούν και άλλες δράσεις βιωματικού χαρακτήρα, όπως το «Παραδοσιακό Κρητικό Πρωινό» της 2ας Αυγούστου 2026 στη Μιαμού.Στις προσπάθειες ανάδειξης αυτών των ιδιαίτερων τόπων θα μπορούσε να έχει λόγο και η Ελληνική Γεωλογική Εταιρεία, σε δύο επίπεδα: στην ανάδειξη ενός σπάνιου τόπου όπου γεωλογία, αρχαιολογία και ιαματική παράδοση συναντώνται τόσο στενά, αλλά και μέσω της Επιτροπής Υδρογεωλογίας της, που έχει ήδη θεματοποιήσει τον καθορισμό φυσικών επιπέδων υποβάθρου για ελληνικά υδατικά συστήματα: στην αξιοποίηση των σπάνιων ιστορικών δεδομένων της περιόδου 1915–1957 για τον παράκτιο υδροφορέα του Λέντα [6].Η ευρύτερη περιοχή των Αστερουσίων εντάχθηκε το 2020 στο πρόγραμμα «Άνθρωπος και Βιόσφαιρα» της UNESCO, αναγνώριση της αξίας τόσο του φυσικού όσο και του πολιτισμικού της αποθέματος. Και στο πλαίσιο αυτό, η επαναφορά της ροής της ιερής πηγής δεν θα ήταν πράξη νοσταλγίας αλλά χειρονομία ευθύνης απέναντι σε έναν τόπο που επί χιλιετίες ήξερε αυτό που σήμερα δείχνουμε να ξεχνάμε: ότι το νερό δεν είναι απλώς πόρος αλλά μέσο θεραπείας και ότι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία το φυλάσσει αποκαλύπτει το πολιτισμικό της επίπεδο. Οι ρωμαϊκοί αγωγοί που έφερναν στη Λεβήνα το νερό της πηγής Καφαλοβρύσια από απόσταση χιλιομέτρων, εξασφάλιζαν στην κοινότητα την υδροδότησή της χωρίς να στερεύουν την πηγή. Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, διαθέτουμε σχέδια διαχείρισης λεκανών απορροής, ευρωπαϊκές οδηγίες και πλήθος δεικτών. Και όμως, η πηγή ενός αρχαίου ιερού, ενός τόπου με διαχρονική ιαματική σημασία, έχει πάψει να ρέει…* Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Γεωλογικής ΕταιρείαςΒιβλιογραφία[1] Manoutsoglou, E. & Bei, E.S. (2024) ‘Incipient Salinization: A Case Study of the Spring of Asclepieion in Lentas (Ancient Lebena), Crete’, Geosciences, 14(3), 56. doi:10.3390/geosciences14030056.[2] Pernier, L. & Banti, L. (1947) Pernier, L. & Banti, L. (1947) Guida degli scavi italiani in Creta. Ρώμη: La Libreria dello Stato. Διαθέσιμο στο: https://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/pernier1947[3] Melfi, M. (2007) Il santuario di Asclepio a Lebena. Μονογραφίες της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, XIX. Αθήνα: Scuola Archeologica Italiana di Atene.[4] Λέκκας, Ν. (1938) Αι 750 μεταλλικαί πηγαί της Ελλάδος. Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο.[5] Μακρής, Κ. & Μασμανίδου, Ζ. (1958) Η πηγή του Λέντα Κρήτης. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Φαρμακευτικού Τμήματος Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τόμ. 4.[6] Christoforidou, P., Panagopoulos, A. & Voudouris, K. (2010) ‘Towards a new procedure to set up groundwater threshold values in accordance with the previsions of the EC Directive 2006/118: a case study from Achaia and Corinthia (Greece)’, Δελτίο της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας, 43(4), σσ. 1678–1687.[7] https://www.apopsilive.gr/notia-kriti/hmeres-lebinas-apo-to-diktuo-sullogon-mesaras-se-lenta-miamou-tou-dimou-gortunas