Του Βασίλη Κικίλια, υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής ΠολιτικήςΗ ελληνική ναυτιλία είναι διαχρονικά ένα από τα ισχυρότερα κεφάλαια της χώρας. Όχι µόνο σε οικονοµικό αλλά και σε γεωστρατηγικό επίπεδο.Με την πάροδο των ετών, ο ναυτιλιακός τοµέας έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο εύρωστους κλάδους της ελληνικής οικονοµίας. Η ναυτιλία ενισχύει το προφίλ της χώρας, συµβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη, προάγει την ευηµερία των πολιτών µας και διασφαλίζει την εδαφική και κοινωνική συνοχή. Ιδιαίτερα, δε, σε µια εποχή µεγάλων ανατροπών, όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες δοκιµάζονται, η ενεργειακή ασφάλεια επανέρχεται στο επίκεντρο και η πράσινη µετάβαση αλλάζει τους όρους λειτουργίας της παγκόσµιας οικονοµίας, η ναυτιλία βρίσκεται στην πρώτη γραµµή. Και η Ελλάδα, ως η πρώτη ναυτιλιακή δύναµη στον κόσµο, οφείλει να βρίσκεται στην πρώτη γραµµή των αποφάσεων.Ο µεγάλος στόλος των Ελλήνων δεν µεταφέρει απλώς εµπορεύµατα. Μεταφέρει ενέργεια, τρόφιµα, πρώτες ύλες, αγαθά απαραίτητα για την καθηµερινότητα εκατοµµυρίων ανθρώπων. Στηρίζει την ευρωπαϊκή οικονοµία, συµβάλλει στην ανθεκτικότητα των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων και ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας σε ένα περιβάλλον όπου όλη η υφήλιος αντιλαµβάνεται ξανά τη στρατηγική σηµασία των θαλάσσιων µεταφορών.Η ναυτιλία παραµένει η ραχοκοκαλιά του διεθνούς εµπορίου και της παγκόσµιας ευηµερίας, παρά τις προκλήσεις που καλείται να αντιµετωπίσει. Η άνευ προηγουµένου παγκόσµια πανδηµία, την οποία ακολούθησε µία σειρά γεωπολιτικών συγκρούσεων και ανακατατάξεων και µία διαφαινόµενη ενεργειακή κρίση, έχουν επηρεάσει τις διεθνείς ναυτιλιακές δραστηριότητες. Ωστόσο, η ελληνική ναυτιλία έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά της και την ικανότητά της να προσαρµόζεται, να αντέχει και να πρωταγωνιστεί, εξακολουθώντας να υπηρετεί τις ανάγκες της παγκόσµιας κοινότητας. Το έκανε σε περιόδους κρίσεων, πολέµων, οικονοµικών αναταράξεων, πανδηµίας, ενεργειακής αβεβαιότητας. Και αυτό δεν συνέβη τυχαία. Συνέβη γιατί πίσω από τη δύναµη του ελληνικού στόλου συνυπάρχουν γνώση, εµπειρία, ναυτοσύνη, επιχειρηµατικό θάρρος, υψηλή διορατικότητα και διεθνής αντίληψη.Σήµερα, όµως, οι προκλήσεις είναι σύνθετες. Ο ανταγωνισµός εντείνεται. Το κόστος χρηµατοδότησης και συµµόρφωσης αυξάνεται. Οι γεωπολιτικές εντάσεις δηµιουργούν νέους κινδύνους για τις θαλάσσιες µεταφορές. Η συζήτηση για τα νέα καύσιµα, τις τεχνολογίες µηδενικών ή χαµηλών εκποµπών και τις υποδοµές ανεφοδιασµού, παραµένει ανοιχτή. Και την ίδια στιγµή, η ναυτιλία καλείται να επενδύσει σήµερα, εν µέσω ενός οµιχλώδους τεχνολογικού τοπίου.Η θέση µας ως υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής είναι σαφής: η πράσινη µετάβαση της ναυτιλίας είναι αναγκαία, αλλά πρέπει να γίνει µε διεθνείς κανόνες και µε ρεαλισµό. Να είναι τεχνολογικά ουδέτερη, οικονοµικά βιώσιµη και κοινωνικά δίκαιη. Ως εκ τούτου, αποσπασµατικές ρυθµίσεις, που δηµιουργούν άνισους όρους ανταγωνισµού, δεν υπηρετούν ούτε το περιβάλλον ούτε την οικονοµία.Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα στηρίζει σταθερά µια µετάβαση που θα βασίζεται σε εφαρµόσιµες λύσεις: ασφαλή και ανταγωνιστικά εναλλακτικά καύσιµα, σύγχρονες λιµενικές υποδοµές, πρόσβαση σε χρηµατοδότηση, καινοτοµία, εκπαίδευση και ανθρώπινο δυναµικό. ∆εν αρκεί να θέτουµε φιλόδοξους στόχους. Πρέπει, παράλληλα, να διασφαλίζουµε και τα µέσα για να επιτευχθούν.Σε αυτό το σηµείο, η Ευρώπη έχει µπροστά της µια κρίσιµη επιλογή. Αν θέλει να παραµείνει ισχυρή ναυτιλιακή δύναµη, πρέπει να προσεγγίσει την ευρωπαϊκή ναυτιλία ως στρατηγικό τοµέα και να στηρίξει την ανταγωνιστικότητά της. Να προστατεύσει την ευρωπαϊκή τεχνογνωσία, να δώσει κίνητρα για ανανέωση στόλου και πράσινες επενδύσεις, να ενισχύσει τη σύνδεση ναυτιλίας, ενέργειας, λιµένων, ναυπηγείων και παραγωγών καυσίµων. Και, κυρίως, να αντιληφθεί ότι η ναυτιλία δεν είναι περιφερειακός τοµέας πολιτικής αλλά βασικός πυλώνας στρατηγικής αυτονοµίας.Για την Ελλάδα, αυτή η συζήτηση έχει ακόµη µεγαλύτερη σηµασία. Η χώρα µας βρίσκεται σε ένα γεωγραφικό σηµείο µε ιδιαίτερη αξία. Αποτελεί βασικό κόµβο της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η αναβάθµιση των λιµένων µας, η ενίσχυση των υποδοµών, η ανάπτυξη της εφοδιαστικής αλυσίδας, η ενεργειακή διασύνδεση και η αναβίωση της ναυπηγικής και επισκευαστικής δραστηριότητας µπορούν να δηµιουργήσουν ένα νέο, ισχυρό, παραγωγικό υπόδειγµα.Ιδιαίτερη θέση σε αυτό το υπόδειγµα έχει η νησιωτικότητα. Για την Ελλάδα, η θάλασσα δεν είναι µόνο πεδίο οικονοµικής δραστηριότητας. Είναι ο τρόπος µε τον οποίο συνδέεται η χώρα. Είναι η καθηµερινότητα των νησιωτών, η πρόσβαση στην υγεία, στην παιδεία, στην εργασία, στον τουρισµό, στην ανάπτυξη. Γι’ αυτό και η ακτοπλοΐα πρέπει να στηριχθεί στην πορεία της προς την πράσινη µετάβαση, χωρίς το κόστος αυτής της µετάβασης να µετακυλιστεί στους πολίτες και στις νησιωτικές κοινωνίες.Εντός αυτού του πλαισίου, η διοργάνωση της ∆ιεθνούς Ναυτιλιακής Έκθεσης «Ποσειδώνια 2026», η οποία τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και του συνόλου της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας, αποτελεί επιπρόσθετη επιβεβαίωση του άρρηκτου δεσµού της χώρας µας µε τη θάλασσα και τη ναυτιλία. Στον απόηχο των προκλήσεων της εποχής, τα Ποσειδώνια 2026 χαρακτηρίζονται ως µια µεγάλη διεθνής συνάντηση για τη ναυτιλία του µέλλοντος.Για την Ελλάδα, όµως, είναι κάτι περισσότερο. Είναι µια ευκαιρία να αναδείξουµε τη δύναµη, την αξιοπιστία και τη στρατηγική σηµασία της ελληνικής ναυτιλίας. Να παρουσιάσουµε τις θέσεις µας, να διεκδικήσουµε ρεαλιστικές λύσεις, να ενώσουµε την παράδοση µε την καινοτοµία. Την ίδια στιγµή, η µαζική συµµετοχή σηµαντικών εκθετών και υψηλών επισκεπτών από όλο τον κόσµο θα αναδείξει και αυτή µε τη σειρά της τη σηµασία και τον διαχρονικά πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραµατίζει η Ελλάδα στην παγκόσµια ναυτιλία.Συνοψίζοντας, η ελληνική ναυτιλία είναι παγκόσµια, αλλά έχει βαθιές ελληνικές ρίζες. Είναι εξωστρεφής, αλλά συνδέεται άρρηκτα και διαχρονικά µε την εθνική οικονοµία και την ανάπτυξη του τόπου µας.Είναι ανταγωνιστική, αλλά ταυτόχρονα στηρίζεται σε ανθρώπους, σε γνώση και σε αξίες. Αυτό είναι το πλεονέκτηµά µας. Και αυτό το πλεονέκτηµα έχουµε χρέος να το προστατεύσουµε, να το ενισχύσουµε και να το κληροδοτήσουµε ισχυρότερο στις επόµενες γενιές.