Του Σταύρου Καφούνη, Προέδρου της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου & Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ)Λίγες ημέρες πριν από την 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας καταθέτει το Υπόμνημα Θέσεών της, ένα κείμενο που δεν συνιστά μια ακόμη λίστα αιτημάτων, αλλά ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο παρεμβάσεων, τεκμηριωμένο βήμα προς βήμα, από το Ινστιτούτο της ΕΣΕΕ. Το υπόμνημα της ΕΣΕΕ αποτυπώνει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, το τι αντιπροσωπεύει σήμερα ο κλάδος μας: 226.000 επιχειρήσεις (μία στις τέσσερις επιχειρήσεις της χώρας εκτός αγροτικού τομέα), 10,9% του ΑΕΠ και κύκλο εργασιών 181,3 δισ. ευρώ το 2025. Με βάση τα επίσημα δεδομένα, σχεδόν 4 στα 10 ευρώ που κυκλοφορούν στην ελληνική οικονομία κυκλοφορούν μέσω των εμπορικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, το εμπόριο είναι -με νούμερα και όχι με σχήματα λόγου- ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας, αφού προσφέρει 759.900 θέσεις εργασίας.Είναι αλήθεια ότι η ελληνική οικονομία επιστρέφει σταδιακά στην κανονικότητα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν υψηλότεροι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, η ανεργία αποκλιμακώνεται, το δημόσιο χρέος συρρικνώνεται και η διεθνής εικόνα της χώρας έχει αναβαθμιστεί. Δεν παραγνωρίζω τίποτα από αυτά. Ωστόσο, όσο πιο κοντά βρίσκεται κανείς στην καθημερινότητα μιας εμπορικής επιχείρησης τόσο πιο καθαρά βλέπει ότι οι προκλήσεις παραμένουν σύνθετες και περίπλοκες. Οι επιχειρήσεις μας αντιμετωπίζουν εξαιρετικά υψηλό λειτουργικό κόστος, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις, λόγω και του τεκμαρτού εισοδήματος, και διογκωμένη γραφειοκρατία. Επιπρόσθετα, η ψηφιακή μετάβαση, αν και αναγκαία, συχνά μεταφράζεται σε νέες επιβαρύνσεις, αντί για ουσιαστικές διευκολύνσεις. Σε αυτό το σκηνικό προσθέτουμε τη διεθνή αβεβαιότητα, τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, τις πληθωριστικές πιέσεις αλλά και τον αθέμιτο ανταγωνισμό από τις ασιατικές πλατφόρμες. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον που πολλές φορές εγκλωβίζει την επιχειρηματικότητα σε αγώνα επιβίωσης αντί ανάπτυξης και αυτό δεν μπορούμε να το δεχθούμε ως δεδομένο.Γι’ αυτό, το φετινό υπόμνημα της ΕΣΕΕ δεν σταματά στις διαγνώσεις. Προτείνουμε συγκεκριμένες θεσμικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς κανένα δημοσιονομικό κόστος: την καθιέρωση της αρχής «Once Only», ώστε καμία επιχείρηση να μην υποβάλλει το ίδιο δικαιολογητικό δύο φορές στο Δημόσιο, τη δημιουργία μιας Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης Επιχειρήσεων ως ενιαίου σημείου εξυπηρέτησης αλλά και ένα πλαίσιο «Safe Harbour» που θα προστατεύει τις επιχειρήσεις από πρόστιμα, όταν το πρόβλημα δεν είναι δικό τους αλλά τεχνική δυσλειτουργία των κρατικών συστημάτων.Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, θέλουμε το εμπόριο -και ιδίως το λιανικό εμπόριο- να αποκτήσει επιτέλους ορατή και διακριτή θέση στα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα, στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026 2030 και στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Προτείνουμε ειδική δράση για την υιοθέτηση Τεχνητής Νοημοσύνης από τις εμπορικές επιχειρήσεις, κουπόνια ψηφιακής συμβουλευτικής και επιτάχυνσης της ενεργειακής αναβάθμισης των καταστημάτων.Έρχομαι όμως, και σε πιο απτά, κοστολογημένα αιτήματα, γιατί πιστεύω στη σοβαρότητα του διαλόγου με την πολιτεία. Ζητάμε την εξαίρεση του λιανικού εμπορίου από τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης∙ μία επιχείρηση που λειτουργεί με «ανοιχτές πόρτες» και ελέγχεται καθημερινά από τον ίδιο τον πελάτη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ύποπτη φοροδιαφυγής. Ζητάμε την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και για τα νομικά πρόσωπα, όπως ισχύει ήδη για τις ατομικές επιχειρήσεις, γιατί η σημερινή ασυμμετρία στρεβλώνει τον υγιή ανταγωνισμό. Ζητάμε εξομοίωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος μεταξύ νομικών και φυσικών προσώπων και περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά μία μονάδα το 2027, με στόχο το συνολικό μη μισθολογικό κόστος να πέσει στο 30% έως το 2030. Προτείνουμε, τέλος, ένα σύστημα έμπρακτης επιβράβευσης της συνέπειας: όποια επιχείρηση εξοφλεί εφάπαξ και νωρίτερα τις φορολογικές της υποχρεώσεις, να απολαμβάνει έκπτωση 10%. Στη ρευστότητα, προτείνουμε λύσεις μηδενικού κόστους για το Δημόσιο: ειδικό ακατάσχετο επιχειρηματικό λογαριασμό, νέα ρύθμιση οφειλών έως 120 δόσεις, αναβάθμιση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας σε πραγματική τράπεζα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Πιστεύω ακράδαντα ότι η επανενεργοποίηση των αδρανών επιχειρήσεων φέρνει περισσότερα έσοδα στο κράτος απ’ όσα φέρνει η κατάσχεση.Δεν θα ήμουν ειλικρινής αν δεν έκλεινα με όσα με απασχολούν ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο, γιατί το εμπόριο δεν είναι μόνο η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Διεκδικούμε την πλήρη επαναφορά των μειωμένων κατά 30% συντελεστών ΦΠΑ σε όλα τα νησιά του Αιγαίου, χωρίς τον άδικο πληθυσμιακό περιορισμό των 20.000 κατοίκων που σήμερα αποκλείει μεγάλο μέρος της νησιωτικής επιχειρηματικότητας. Είναι αναγκαία τα κίνητρα για να βρίσκουν οι νησιωτικές επιχειρήσεις καταρτισμένο προσωπικό τη θερινή περίοδο και ένα «Μεταφορικό Ισοδύναμο» που να αντισταθμίζει πραγματικά -όχι συμβολικά- το κόστος της απόστασης. Παράλληλα, είναι άμεση η ανάγκη επαναφοράς της απαλλαγής διοδίων για τις επιχειρήσεις της Θράκης, γιατί η αναστολή της αυξάνει το κόστος ακριβώς εκεί όπου η οικονομία είναι πιο ευάλωτη. Για τη Δυτική Μακεδονία, ζητάμε η μετάβαση στη μεταλιγνιτική εποχή να γίνει με σταθερή χρηματοδότηση και δημιουργία πραγματικών, καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, όχι με βιαστικά βήματα που διαταράσσουν την κοινωνική συνοχή. Για την Καστοριά και τον δοκιμαζόμενο κλάδο της γούνας, θέλουμε την επαναφορά της μη επιστρεπτέας προκαταβολής ως «άμεσης ανάσας» χρηματοδότησης. Ζητάμε, τέλος, την κατάργηση του άδικου φόρου πολυτελείας στην αργυροχρυσοχοΐα, όπως έγινε ήδη για τη γούνα, και αναδιανομή μέρους των εσόδων του ΓΕΜΗ στους εμπορικούς συλλόγους και τις ομοσπονδίες που γνωρίζουν καλύτερα από τον καθέναν τις ανάγκες της αγοράς.Ερχόμαστε στη φετινή ΔΕΘ με πνεύμα ευθύνης, τεκμηρίωσης και συνεργασίας. Η στήριξη του εμπορίου δεν είναι χάρη ούτε ελεημοσύνη. Είναι επένδυση στην ανάπτυξη, στην απασχόληση, στη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας αλλά και στη συνολική αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της ελληνικής οικονομίας.