Τη δεκαετία του ’90, όταν το Internet έκανε ακόμη τα πρώτα του βήματα, περιέγραφε έναν κόσμο όπου οι ειδήσεις θα επιλέγονται από αλγόριθμους και η πληροφορία θα φτάνει προσωποποιημένη σε κάθε χρήστη.Λίγα χρόνια αργότερα, ο Νικόλας Νεγροπόντε, συνιδρυτής του MIT Media Lab θα επιχειρούσε ένα ακόμη φαινομενικά ουτοπικό σχέδιο: να βάλει έναν φορητό υπολογιστή στα χέρια κάθε παιδιού στον αναπτυσσόμενο κόσμο.Το 1995 δεν υπάρχει Facebook. Δεν υπάρχει Google. Δεν υπάρχει smartphone, TikTok ή η ατελείωτη ροή ειδήσεων που σήμερα ανοίγει αυτόματα στην οθόνη και φαίνεται να γνωρίζει καλύτερα από εμάς τι θέλουμε να διαβάσουμε.Ο Νικόλας Νεγροπόντε, όμως, περιγράφει ήδη κάτι εντυπωσιακά παρόμοιο. Το ονομάζει «Daily Me». Φαντάζεται μια ψηφιακή εφημερίδα που δεν θα είναι ίδια για όλους, αλλά θα συναρμολογείται από λογισμικό σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα, τις συνήθειες και τις προτιμήσεις κάθε αναγνώστη. Οι τίτλοι που βλέπει ο ένας δεν θα είναι απαραίτητα εκείνοι που βλέπει ο άλλος.Ο υπολογιστής θα μαθαίνει τι μας ενδιαφέρει και θα φιλτράρει τον ωκεανό της πληροφορίας για λογαριασμό μας. Τρεις δεκαετίες αργότερα, αυτή η ιδέα δεν ακούγεται καθόλου φουτουριστική. Είναι το feed που κοιτάζουμε κάθε πρωί. Και αυτή δεν είναι η μοναδική φορά που ο Ελληνοαμερικανός καθηγητής του MIT θα επιχειρήσει να δει λίγο πιο μακριά από τους υπόλοιπους.Το παιδί μιας ελληνικής ναυτιλιακής οικογένειαςΟ Νικόλας Νεγροπόντε μεγαλώνει σε μια εύπορη, κοσμοπολίτικη οικογένεια. Ο πατέρας του, Δημήτρης Νεγροπόντε, δραστηριοποιείται στη ναυτιλία, ενώ το σπίτι της οικογένειας κινείται ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.Ο ίδιος θυμάται αργότερα ότι στο οικογενειακό τραπέζι ήταν σχεδόν φυσιολογικό μια πρόταση να αρχίζει σε μία γλώσσα και να τελειώνει σε άλλη. Από παιδί ταξιδεύει, ζει σε διαφορετικές χώρες και αποκτά μια αντίληψη του κόσμου πολύ ευρύτερη από εκείνη ενός τυπικού Αμερικανού μαθητή.Στα δεκαέξι του, όμως, δεν ονειρεύεται να γίνει τεχνολόγος. Θέλει να πάει στο Παρίσι και να γίνει γλύπτης.Ο πατέρας του τού προτείνει μια συμφωνία: να σπουδάσει πρώτα πέντε χρόνια Αρχιτεκτονική στο MIT και, όταν τελειώσει, θα χρηματοδοτήσει άλλα πέντε χρόνια ζωής και τέχνης στο Παρίσι.Ο Νεγροπόντε δέχεται. Μπαίνει στο MIT. Στο Παρίσι δεν θα πάει ποτέ. Γιατί μέσα στα εργαστήρια του πανεπιστημίου ανακαλύπτει κάτι που τον συναρπάζει περισσότερο από την ίδια την αρχιτεκτονική. Τους υπολογιστές.Όταν οι υπολογιστές έμοιαζαν ακόμη με μηχανέςΣτη δεκαετία του 1960, η σχέση ανθρώπου και υπολογιστή δεν έχει καμία σχέση με όσα γνωρίζουμε σήμερα.Οι μηχανές είναι τεράστιες, ακριβές και δύσχρηστες. Δεν υπάρχουν ποντίκια, touchscreens, προσωπικά laptops ή φιλικές διεπαφές. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν καν λόγο να πλησιάσουν έναν υπολογιστή.Ο Νεγροπόντε αρχίζει να αναρωτιέται κάτι διαφορετικό από τους περισσότερους μηχανικούς της εποχής. Όχι απλώς πώς μπορεί να γίνει ένας υπολογιστής ισχυρότερος. Αλλά πώς μπορεί να γίνει περισσότερο ανθρώπινος.Το 1968 ιδρύει στο MIT το Architecture Machine Group, ένα πρωτοποριακό εργαστήριο που πειραματίζεται με νέους τρόπους αλληλεπίδρασης ανθρώπων και μηχανών.Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας μιας ιδέας που θα τον ακολουθήσει για δεκαετίες: η τεχνολογία δεν έχει αξία επειδή είναι περίπλοκη. Έχει αξία όταν εξαφανίζεται από μπροστά μας και γίνεται τόσο φυσική ώστε σχεδόν ξεχνάμε ότι υπάρχει.