Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να πείσει τις αγορές ότι η αναταραχή στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα δεν αντανακλά ένα βαθύτερο δημοσιονομικό πρόβλημα. Η αγορά, όμως, δεν φαίνεται πρόθυμη να πειστεί.Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχουν επιδοθεί τις τελευταίες ημέρες σε μια συντονισμένη προσπάθεια να κατευνάσουν τις ανησυχίες γύρω από το αμερικανικό χρέος και την άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων.Σε ιδιαίτερα αιχμηρό άρθρο γνώμης, όμως, το MarketWatch υποστηρίζει ότι οι τρεις κορυφαίοι αξιωματούχοι επιχειρούν να αντιμετωπίσουν την αγορά με «εναλλακτικά γεγονότα», αλλά δεν έχουν απέναντί τους οπαδούς τους. Έχουν τη Wall Street.«Η οικονομία είναι ισχυρή, άρα τα επιτόκια πρέπει να πέσουν»Ο Τραμπ υποστήριξε ότι, επειδή η αμερικανική οικονομία είναι ισχυρή, τα επιτόκια «θα έπρεπε να μειωθούν».Το MarketWatch εντοπίζει εδώ ένα θεμελιώδες οικονομικό πρόβλημα. Η λογική αυτή μπορεί να ισχύει για μια εταιρεία: όσο βελτιώνεται η οικονομική της θέση, τόσο χαμηλότερο επιτόκιο μπορεί να απαιτούν οι επενδυτές για τα ομόλογά της, καθώς μειώνεται ο πιστωτικός κίνδυνος.Για ένα κράτος, όμως, η σχέση δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Μια ισχυρή οικονομία μπορεί αντιθέτως να οδηγήσει σε υψηλότερες αποδόσεις, επειδή αυξάνονται οι επενδυτικές ευκαιρίες, η ζήτηση για κεφάλαια και συχνά οι πληθωριστικές πιέσεις.Γι’ αυτό άλλωστε οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων τείνουν να καταρρέουν σε περιόδους βαθιάς ύφεσης ή κρίσης, όπως συνέβη κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την πανδημία.Ο Βανς και η «βόμβα χρέους» του ΜπάιντενΟ Τζέι Ντι Βανς από την πλευρά του απέδωσε τη σημερινή πίεση στην «ωρολογιακή βόμβα χρέους» που, όπως υποστήριξε, κληρονόμησε η κυβέρνηση Τραμπ από τον Τζο Μπάιντεν.Εδώ το MarketWatch απαντά με τους αριθμούς. Το ακαθάριστο αμερικανικό δημόσιο χρέος βρισκόταν στα περίπου 35,2 τρισ. δολάρια στο τέλος του 2024. Σήμερα έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, έχοντας αυξηθεί κατά σχεδόν 5 τρισ. δολάρια μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο.Το ακόμη πιο ανησυχητικό για τις αγορές είναι ότι το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων ήρθε νωρίτερα από ό,τι προέβλεπαν προηγούμενες εκτιμήσεις.Και οι πιέσεις είναι ήδη ορατές. Στις 20 Αυγούστου η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου κινήθηκε γύρω στο 4,7%, ενώ του 30ετούς ξεπέρασε το 5%, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για το χρέος, τον πληθωρισμό και τις δημοσιονομικές προοπτικές.Μπέσεντ: «Τα ελλείμματα μπορεί να έχουν κορυφωθεί»Ο Σκοτ Μπέσεντ έχει επιχειρήσει να στείλει ένα ακόμη μήνυμα καθησυχασμού, λέγοντας ότι υπάρχει «πολύ καλή πιθανότητα» τα ομοσπονδιακά ελλείμματα να έχουν ήδη κορυφωθεί και ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αντιμετωπίσουν το βάρος του χρέους μέσω ισχυρότερης ανάπτυξης.Οι επίσημες προβλέψεις, ωστόσο, δεν δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Το Congressional Budget Office εκτιμά ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα φθάσει περίπου τα 1,9 τρισ. δολάρια το 2026, αυξημένο κατά 77 δισ. σε σχέση με το 2025. Μόνο στους πρώτους δέκα μήνες του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους είχε ήδη διαμορφωθεί στα 1,8 τρισ. δολάρια, δηλαδή 169 δισ. υψηλότερα από την αντίστοιχη περίοδο έναν χρόνο νωρίτερα.Το CBO προβλέπει επίσης συνολικά ελλείμματα 23,1 τρισ. δολαρίων την περίοδο 2026-2035.Και μετά ήρθε η απόφαση για τους δασμούςΗ εικόνα επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ακύρωσε μεγάλο μέρος των δασμών της κυβέρνησης Τραμπ.Το CBO υπολόγισε ότι η κατάργηση των συγκεκριμένων δασμών μπορεί να αυξήσει τα σωρευτικά ελλείμματα κατά περίπου 2 τρισ. δολάρια μεταξύ 2026 και 2036: 1,6 τρισ. λόγω χαμηλότερων πρωτογενών εσόδων και άλλα 400 δισ. εξαιτίας του πρόσθετου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.Αυτό είναι και το σημείο που δυσκολεύει περισσότερο το επιχείρημα ότι η ανάπτυξη από μόνη της μπορεί να λύσει το πρόβλημα.Αν το χρέος αυξάνεται σταθερά ταχύτερα από την οικονομία, δεν αρκεί απλώς να μεγαλώνει το ΑΕΠ. Χρειάζεται είτε ταχύτερη ανάπτυξη είτε χαμηλότερα ελλείμματα – και κατά πάσα πιθανότητα και τα δύο.Η αγορά δεν πείστηκε ούτε από τις επαναγορές ομολόγωνΗ κυβέρνηση δεν έχει περιοριστεί στις δηλώσεις. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ενισχύσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων τίτλων, επιχειρώντας να μειώσει την πίεση στις αποδόσεις. Η πρώτη αντίδραση ήταν θετική: οι αποδόσεις υποχώρησαν.Η ανακούφιση όμως αποδείχθηκε πρόσκαιρη. Το 10ετές επέστρεψε κοντά στο 4,70% και το 30ετές ανέβηκε ξανά πάνω από το 5,2%, διαγράφοντας μεγάλο μέρος της αρχικής αποκλιμάκωσης.Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο μήνυμα. Η αγορά ομολόγων δεν εξετάζει μόνο τι δηλώνει ένας πρόεδρος ή ένας υπουργός Οικονομικών. Τιμολογεί το ύψος του χρέους, τις μελλοντικές ανάγκες δανεισμού, τον πληθωρισμό, τα επιτόκια και το κατά πόσον οι επενδυτές θα συνεχίσουν να ζητούν υψηλότερο ασφάλιστρο για να χρηματοδοτούν την Ουάσιγκτον.Το στοίχημα της FedΤο MarketWatch καταλήγει ότι το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ μιας μεγάλης ανάκαμψης των αμερικανικών κρατικών ομολόγων ίσως να μην βρίσκεται τελικά στις διαβεβαιώσεις του Λευκού Οίκου.Βρίσκεται στη Federal Reserve. Εάν η πίεση στην αγορά γίνει τόσο μεγάλη ώστε η Fed να επιστρέψει κάποια στιγμή σε μεγάλης κλίμακας αγορές μακροπρόθεσμων ομολόγων –μια νέα μορφή ποσοτικής χαλάρωσης– τότε η εικόνα θα μπορούσε να αλλάξει δραστικά.Μέχρι τότε, όμως, η αγορά εξακολουθεί να στέλνει ένα πολύ πιο δύσκολο μήνυμα προς την Ουάσιγκτον: τα 40 τρισ. δολάρια χρέους δεν εξαφανίζονται με καθησυχαστικές δηλώσεις.