Την αύξηση του ημερήσιου ορίου παροχής σίτισης (διατακτικές) από τα 6 ευρώ που είναι σήμερα, στα 10 ευρώ, ζητούν οι κοινωνικοί εταίροι και επεξεργάζεται η κυβέρνηση.Πρόκειται για ένα μέτρο που φαίνεται ότι εξυπηρετεί τόσο τις επιχειρήσεις (μείωση κόστους), όσο και τους εργαζόμενους (έμμεση αύξηση εισοδήματος για κατανάλωση), ενώ φαίνεται πως, υπό προϋποθέσεις, διευκολύνει και την μελλοντική αύξηση των δημόσιων εσόδων, από το ΦΠΑ.Οι κοινωνικοί εταίροι (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ και ΣΒΕ) απέστειλαν για τον σκοπό αυτό και ενόψει ΔΕΘ και των ανακοινώσεων που θα κάνει από εκεί ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, κοινή επιστολή προς το οικονομικό επιτελείο, με το συγκεκριμένο αίτημα. Όπως διαπιστώνεται, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ (13,6%), στην αναλογία διατακτικών σίτισης σε σχέση με τον κατώτατο μισθό. Πρόκειται για μία παρέμβαση που έγινε, για πρώτη φορά, νομοθετικά το 2004 και από τότε έχει διατηρηθεί στα ίδια επίπεδα, δηλαδή στα 6 ευρώ την ημέρα, που «μεταφράζονται» σε 132 ευρώ το μήνα, στο ανώτατο πεδίο. Στην περίπτωση που το συγκεκριμένο ημερήσιο όριο ανέλθει στα 10 ευρώ, τότε αντίστοιχα σε μηνιαία βάση, θα μπορεί να λάβει ο κάθε εργαζόμενες έως 200 ευρώ, ως διατακτικές σίτισης.Το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται τη συγκεκριμένη πρόταση, η οποία όμως για να έχει πρακτικό αντίκρισμα, πρέπει να συνοδεύεται και από παρέμβαση στο φορολογικό πεδίο. Ουσιαστικά, όπως είναι τώρα η κατάσταση με τις διατακτικές σίτισης, όλο το ποσό εντάσσεται στο αφορολόγητο. Για να παραμείνει το ίδιο καθεστώς, στο ενδεχόμενο αύξησης του ποσού, θα πρέπει να αυξηθεί αντιστοίχως και το αφορολόγητο όριο, που διέπει αυτή την παροχή. Διαφορετικά θα υπάρχει φορολογική επιβάρυνση, που ακυρώσει στην πράξη, τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Επισημαίνεται ότι η προσαρμογή του ποσού της παροχής σίτισης, θα πρέπει στο εξής, να ακολουθεί το ρυθμό αύξησης του πληθωρισμού, ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν πρόσβαση σε επαρκή και υγιεινή τροφή, ανεξάρτητα από την όποια μεταβολή στο κόστος διατροφής.Είναι χαρακτηριστικό ότι, στο κείμενο της επιστολής, οι κοινωνικοί εταίροι, επέλεξαν να προσθέσουν μερικές χώρες, που έχουν υψηλότερη αναλογία διατακτικών σίτισης, σε σχέση με το δικό τους κατώτατου μισθό. Έτσι, ενώ για την Ελλάδα η σχετική αναλογία βρίσκεται στο 13,6%, στην Γαλλία υπολογίζεται στο 17,9%, στην Ισπανία στο 18,3%, στην Πορτογαλία στο 22,1%, στη γειτονική μας Ρουμανία, στο 23,6%, στην Σλοβακία φτάνει στο 24,3%, ενώ ανέρχεται στο 24,9% του βασικού μισθού, στην Τσεχία. Τα στοιχεία που παρέθεσαν οι εκπρόσωποι εργοδοτών και εργαζομένων, αφορούν την περίοδο 2017 έως και 2024. Επισημαίνεται ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που δεν έχει προχωρήσει ποτέ σε αναπροσαρμογή της ονομαστικής αξίας των διατακτικών. Με δεδομένες τις αυξήσεις που έγιναν στις βασικές αποδοχές του ιδιωτικού τομέα κατά τα τελευταία έτη, είναι αναμενόμενο να βρίσκεται η χώρα στο χαμηλότερο ποσοστό αναλογίας (13,6%), της μηνιαίας παροχής σίτισης και του κατώτατου μισθού.Το αποτύπωμαΗ συγκεκριμένη πρόταση εκτιμάται από τους κοινωνικούς εταίρους ότι έχει θετικό αποτύπωμα ως εξής:Αγοραστική δύναμη: Θεωρείται πως με αυτό το μέτρο, θα ενισχυθεί η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια. Η επίτευξη επαρκούς εισοδήματος για την εξασφάλιση της αγοράς φαγητού, εκτιμάται ότι μπορεί να στηριχθεί με την αύξηση των διατακτικών, ένα μέτρο που είναι εφικτό να ενισχύσει άμεσα την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Επίσης, με το συγκεκριμένο μέτρο υποστηρίζεται ο εργαζόμενος να καλύψει τις πραγματικές του ανάγκες για διατροφή, αφού ένα γεύμα σήμερα κοστίζει το λιγότερο 10 ευρώ.Εργαζόμενοι – ικανοποίηση: Σε πρόσφατη έρευνα της KPMG (Μάρτιος 2025) που επικαλούνται οι Κοινωνικοί Εταίροι στην επιστολή τους, τονίζεται ότι η διατακτική σίτισης παραμένει διαχρονικά στις τρεις πρώτες πιο επιθυμητές παροχές, στο πλαίσιο μιας εργασιακής σχέσης. Πιθανή αύξηση της ονομαστικής αξίας τους, εκτός ότι θα έχαιρε σημαντικής αποδοχής από την αγορά (εργοδότες και εργαζόμενοι), εκτιμάται ότι θα είχε εξίσου θετική επίδραση και στους δείκτες ικανοποίησης των εργαζομένων, αλλά και στην ενίσχυση της παραγωγικότητάς τους.Ανταγωνιστικότητα επιχειρήσεων: Οι Κοινωνικοί Εταίροι θέτουν και τη διάσταση της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, σε μια αγορά εργασίας, όπου η προσέλκυση και η διατήρηση ταλέντων, αποτελούν πρόκληση για όλους τους κλάδους. Θεωρείται σημαντικό για τις ελληνικές επιχειρήσεις να μπορούν να παρέχουν στους εργαζόμενους ένα ανταγωνιστικό πακέτο παροχών. Ειδικά στη μετά – covid περίοδο, οι Έλληνες εργοδότες εμφανίζονται να ανταγωνίζονται με τον παγκόσμιο χάρτη και όχι μόνο με τις αντίστοιχες ελληνικές επιχειρήσεις. Στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, τα πακέτα παροχών καλύπτουν σαφώς μεγαλύτερο εύρος αναγκών και με σημαντικά πιο αυξημένα ποσά, καθώς τα κράτη παρέχουν αντίστοιχα φορολογικά κίνητρα στις εταιρίες. Έτσι, μοιάζει άνιση η μάχη ανεύρεσης εργαζομένων για τις ελληνικές επιχειρήσεις.Στα πολλαπλά οφέλη από τη συγκεκριμένη παρέμβαση οι Κοινωνικοί Εταίροι τοποθετούν και την αντιμετώπιση θεμάτων δημόσιας υγείας που σχετίζονται με τη διατροφή. Κατ’ επέκταση η αύξηση των παροχών σίτισης, θα μπορούσε να συνδράμει στη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας.Σημειώνεται ότι η παροχή σίτισης θεσμοθετήθηκε στην Ελλάδα το 2004 (ν.3296/04) και έως τώρα παραμένει αμετάβλητη στα 6 ευρώ ημερησίως.Οφέλη για το 33% των εργαζομένων που λαμβάνουν παροχές σίτισηςΜελέτη, που έχουν στη διάθεσή τους οι κοινωνικοί εταίροι και σας παρουσιάζει σήμερα, κατ’ αποκλειστικότητα, η «Ν», δείχνει ότι το πλήθος των δικαιούχων που λαμβάνουν διατακτικές σίτισης, εκτιμάται σε 845 χιλ., αριθμός που αντιπροσωπεύει περίπου το 20% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας.Ειδικά, σε σχέση με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, υπολογίζεται ότι ανέρχονται στο 33% όσοι εξ αυτών λαμβάνουν παροχές σίτισης. Με στοιχεία του 2024, προκύπτει ότι στο ενδεχόμενο αύξησης κατά 4 ευρώ, από 6 στα 10 ευρώ το μήνα, τότε το όφελος από τον ΦΠΑ ανέρχεται σε 7,2 εκατ. ευρώ. Όμως το συνολικό καθαρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα γι’ αυτό ακριβώς το σενάριο είναι αρνητικό, με τις απώλειες να υπολογίζονται στα 27,7 εκατ. ευρώ για τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του μέτρου και να φτάνουν στα 53,2 εκατ. ευρώ το δεύτερο έτος λειτουργίας. Αιτία είναι ότι η σχετική μελέτη υπολογίζει και τις απώλειες, που προκύπτουν από μειωμένα φορολογηθέντα κέρδη επιχειρήσεων, από υποκατάσταση μισθολογικών αυξήσεων και από φορολόγηση υπερβάλλοντος ποσού.
Aύξηση ορίου διατακτικών θέλουν οι κοινωνικοί εταίροι - Το αποτύπωμα που θα προκύψει από την επιπλέον παροχή σίτισης
Πρόκειται για ένα μέτρο που φαίνεται ότι εξυπηρετεί τόσο τις επιχειρήσεις (μείωση κόστους), όσο και τους εργαζόμενους (έμμεση αύξηση εισοδήματος για






