Διαψεύδει κατηγορηματικά ο Ντόναλντ Τραμπ τις πληροφορίες που θέλουν τις ΗΠΑ να χρηματοδοτούν το Ιράν στο πλαίσιο της συμφωνίας που επιτεύχθηκε για τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή.Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής των G7 στο Εβιάν της Γαλλίας, ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να επενδύσει χρήματα στην ιρανική οικονομία.«Δεν επενδύουμε καθόλου χρήματα στο Ιράν. Παρεμπιπτόντως, η φήμη που κυκλοφόρησε χθες ήταν γελοία», δήλωσε χαρακτηριστικά.«Έχουμε το δικαίωμα να πάμε κάποια μέρα και να κάνουμε κάτι, αν το θελήσω εγώ ή αν το θελήσει κάποιος άλλος, αλλά δεν επενδύουμε χρήματα», πρόσθεσε.Το fund των 300 δισ. δολαρίωνΟι δηλώσεις Τραμπ έρχονται λίγες ώρες μετά τη συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το ενδεχόμενο δημιουργίας επενδυτικού ταμείου έως και 300 δισ. δολαρίων για την ανοικοδόμηση και οικονομική ανάπτυξη του Ιράν, εφόσον η Τεχεράνη τηρήσει τις δεσμεύσεις της.Το θέμα προκάλεσε έντονη πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ, καθώς ανώτεροι αξιωματούχοι είχαν αναφερθεί σε πιθανά οικονομικά κίνητρα που θα μπορούσαν να προσφερθούν στο Ιράν στο πλαίσιο μιας τελικής συμφωνίας.Ο Λευκός Οίκος, ωστόσο, επιμένει ότι δεν προβλέπεται άμεση αμερικανική χρηματοδότηση, αλλά για επενδύσεις από ιδιωτικές εταιρείες – και ίσως και κράτη του Κόλπου – και ότι οποιαδήποτε οικονομικά οφέλη θα εξαρτηθούν από τη συμπεριφορά της Τεχεράνης και την πρόοδο στις πυρηνικές διαπραγματεύσεις.Στο επίκεντρο της Συνόδου η συμφωνία με το ΙράνΟ Αμερικανός πρόεδρος έφτασε στη Γαλλία για τη Σύνοδο των G7 λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία προβλέπει παράταση της εκεχειρίας και ένα πλαίσιο διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.Στο Εβιάν έχουν συγκεντρωθεί οι ηγέτες των επτά μεγαλύτερων ανεπτυγμένων οικονομιών του κόσμου — Ηνωμένων Πολιτειών, Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Καναδά, Ιταλίας και Ιαπωνίας — ενώ συμμετέχουν επίσης εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ουκρανίας.Η συμφωνία με το Ιράν αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν να αξιολογήσουν τόσο τις γεωπολιτικές συνέπειες όσο και τις επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας και στην ασφάλεια της περιοχής.