Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας παρουσίασε έναν εκτενή απολογισμό παρεμβάσεων επτά ετών για την προστασία της φύσης [1].Αναμφίβολα, πολλές από τις δράσεις που περιγράφονται συνιστούν ουσιαστικές θεσμικές εξελίξεις, όπως η ολοκλήρωση Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, η θεσμοθέτηση νέων θαλάσσιων πάρκων, η ενίσχυση του ΟΦΥΠΕΚΑ και η εκπόνηση σχεδίων δράσης για απειλούμενα είδη. Σε ολόκληρο το κείμενο όμως η προστασία της φύσης ταυτίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τη βιοποικιλότητα. Η αναφορά επικεντρώνεται στα είδη χλωρίδας και πανίδας, στους οικοτόπους, στα πτηνά, στους υγροτόπους, στις χελώνες, στις φώκιες στα δελφίνια και στα κοράλλια. Για τον λόγο αυτόν η ανάγνωσή της αφήνει μια βαθιά αίσθηση απουσίας. Το γεωπεριβάλλον δεν υπάρχει πουθενά στο κείμενο: ούτε ως αντικείμενο προστασίας, ούτε ως πλαίσιο κατανόησης της φύσης που δηλώνεται ότι προστατεύεται.Σε ένα κείμενο που τιτλοφορείται ως απολογισμός για την προστασία της φύσης δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στη γεωλογική κληρονομιά της χώρας: στους γεώτοπους, στα απολιθώματα, στα σπήλαια, στα καρστικά συστήματα, στις ιδιαίτερες γεωμορφές, στα φαράγγια ή στα γεωλογικά μνημεία. Η φύση παρουσιάζεται αποκλειστικά ως «χλωρίδα και πανίδα», ωσάν το γεωλογικό υπόβαθρο να μην υπάρχει. Πρόκειται για μια βαθιά μονοδιάστατη αντίληψη, η οποία αγνοεί ότι η γεωποικιλότητα αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η βιοποικιλότητα. Η επιστημονική κοινότητα έχει από καιρό αναγνωρίσει ότι η προστασία του αβιοτικού περιβάλλοντος, των πετρωμάτων, των εδαφών, των γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας [2]. Έτσι λοιπόν ο ισχυρισμός ότι προστατεύεται η “φύση” χωρίς αναφορά στο γεωπεριβάλλον της είναι επιστημονικά ανεπαρκής!!Η παράλειψη αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν αναλογιστεί κανείς τι διαθέτει η χώρα. Η Ελλάδα φιλοξενεί εννέα Παγκόσμια Γεωπάρκα της UNESCO [3] και πολλές δεκάδες αναγνωρισμένους γεώτοπους ευρωπαϊκής και παγκόσμιας σημασίας. Οι σπηλαιώσεις της Κεφαλονιάς, τα καρστικά τοπία της Τριχωνίδας, τα σπήλαια και τα φαράγγια της Κρήτης, οι γεωμορφές της Σαντορίνης και πολλές εκατοντάδες γεωτόπων που υπάρχουν στη χώρα μας. Για κανένα από αυτά δεν γίνεται όχι αναφορά αλλά ούτε έμμεση νύξη!! Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο Εθνικό Μητρώο Γεωτόπων, το οποίο παραμένει ουσιαστικά ανενεργό και στον νόμο 3937/2011 [4], ο οποίος στο Άρθρο 5 εισήγαγε για πρώτη φορά τον επίσημο νομικό ορισμό του γεώτοπου και την ένταξή του στους Προστατευόμενους Φυσικούς Σχηματισμούς, χωρίς ωστόσο έως σήμερα να έχει εκδοθεί κανένα ΦΕΚ που να αναγνωρίζει αυτοτελώς έστω και έναν γεώτοπο στην ελληνική επικράτεια.Η απουσία αυτή δεν είναι τυχαία, αντανακλά μια πάγια πρακτική με ορατές και μετρήσιμες τις συνέπειες για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Η ανακοίνωση παρουσιάζει την απαγόρευση φωτοβολταϊκών σε περιοχές Natura και αιολικών πάνω από 1.200 μέτρα υψόμετρο. Ωστόσο, η εγκατάσταση ενεργειακών υποδομών σε γεωτόπους, σε περιοχές γεωλογικής κληρονομιάς και στις παρυφές Γεωπάρκων της UNESCO δεν αντιμετωπίζεται με αντίστοιχη προστατευτική λογική. Όπως διαβάζουμε [5] το Παγκόσμιο Γεωπάρκο UNESCO Ψηλορείτη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης: η εγκεκριμένη Γραμμή Μεταφοράς Υψηλής Τάσης 150kV Χανιά–Δαμάστα (ΑΔΜΗΕ) εισβάλλει στα όριά του για 35 χιλιόμετρα, έχοντας πρόβλεψη για 98 πυλώνες ύψους 33 μέτρων, ενώ διατρέχει συνολικά 39,4 χιλιόμετρα περιοχών Natura 2000. Η έκθεση που εκπόνησε το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Μάιος 2026) επισημαίνει ότι υφίσταται σοβαρός κίνδυνος απένταξης του Γεωπάρκου από τον κατάλογο της UNESCO αν υλοποιηθεί το σχέδιο ως έχει, καθώς τα καλώδια θα τέμνουν κυριολεκτικά τον αλπικό ορίζοντα του βουνού, ενώ η όδευση προσεγγίζει και γεωλογικά μνημεία εκατομμυρίων ετών, όπως το Ρήγμα Απόσπασης Δαμάστας και τις Πτυχές Βώσακου. Το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει ένα κανονιστικό κενό που δεν περιορίζεται στην ελληνική νομοθεσία, αλλά εκτείνεται και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο που η χώρα έχει αναλάβει υποχρέωση να τηρεί.Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου, που η Ελλάδα έχει κυρώσει [6], παραμένει στην πράξη ανεφάρμοστη. Η Σύμβαση ορίζει το τοπίο ως «περιοχή όπως γίνεται αντιληπτή από ανθρώπους, ο χαρακτήρας της οποίας είναι αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης φυσικών και ανθρώπινων παραγόντων» (Άρθρο 1): ορισμός που εμπεριέχει εξ ορισμού το γεωλογικό και γεωμορφολογικό υπόβαθρο ως συστατικό στοιχείο του τοπίου. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 5 υποχρεώνει κάθε συμβαλλόμενο κράτος να αναγνωρίζει νομικά τα τοπία ως «ουσιαστικό συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου περιβάλλοντος», να εγκαθιδρύει πολιτικές προστασίας και διαχείρισής τους, και να τα εντάσσει στις περιβαλλοντικές, αγροτικές και χωροταξικές πολιτικές. Το Άρθρο 6 προβλέπει υποχρεωτική αναγνώριση και εκτίμηση των τοπίων σε ολόκληρη την επικράτεια, ανάλυση των χαρακτηριστικών τους και των πιέσεων που τα μετασχηματίζουν, καθώς και τον ορισμό «στόχων ποιότητας τοπίων» μετά από δημόσια διαβούλευση. Κανένα από αυτά τα υποχρεωτικά μέτρα, όπως εθνική χαρτογράφηση τοπίων, στόχοι ποιότητας, ένταξη στην περιβαλλοντική πολιτική, δεν εντοπίζεται στην ανακοίνωση του Υπουργείου.Τελικά, η ανακοίνωση του Υπουργείου παρουσιάζει μια ατελή έννοια της φύσης. Μια φύση χωρίς γεωλογικό υπόβαθρο, χωρίς γεωμορφές, χωρίς γεωποικιλότητα, χωρίς γεωλογική κληρονομιά. Η “προστασία της φύσης” που διακηρύσσεται περιορίζεται στη διαχείριση της βιοποικιλότητας, ενώ η γεωποικιλότητα, ο αβιοτικός πλούτος που αποτελεί τη βάση κάθε οικοσυστήματος, παραμένει εκτός ακόμη και πεδίου αναφοράς. Για μια χώρα με γεωλογική ιστορία εκατομμυρίων ετών, σε μια περιοχή που εδραιώθηκαν οι δύο θεωρίες των Γεωεπιστημών, η παλιότερη θεωρία των Συζυγών Γεωσυγκλίνων και η πρόσφατη επαναστατική θεωρία των Τεκτονικών Πλακών, σε μια χώρα με ορισμένα από τα σημαντικότερα γεωλογικά αρχεία της Ευρώπης, με εννέα Γεωπάρκα UNESCO, με μοναδικούς Εθνικούς Δρυμούς γεωλογικού περιεχομένου, όπως το φαράγγι της Σαμαριάς στα Λευκά Όρη και το φαράγγι του Βίκου στην Πίνδο, η έλλειψη αυτή δεν είναι απλώς παράλειψη. Είναι ένδειξη ότι η ολοκληρωμένη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, στη βιοτική και αβιοτική της διάσταση, δεν αποτελεί ακόμη συνειδητή πολιτική επιλογή;
Η ηχηρή απουσία του γεωπεριβάλλοντος
Αναμφίβολα, πολλές από τις δράσεις που περιγράφονται συνιστούν ουσιαστικές θεσμικές εξελίξεις, όπως η ολοκλήρωση Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, η










