Ένας ακόμη γύρος διαβουλεύσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αγορά τροφίμων αναμένεται το επόμενο διάστημα, με φόντο την προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών σε βασικά καταναλωτικά αγαθά.Η συζήτηση έρχεται σε μια χρονική στιγμή που συμπίπτει με την επικείμενη λήξη του μέτρου για το ανώτατο περιθώριο κέρδους στις 30 Ιουνίου, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο παράτασής του, κάτι που θα κριθεί πολιτικά και με βάση τις εξελίξεις στο μέτωπο του κλαδικού πληθωρισμού αλλά και την προεκλογική περίοδο που έχει ήδη ξεκινήσει.Από τη μία πλευρά, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης επιδιώκει μια ακόμα δέσμευση για γενναίες μειώσεις τιμολογίων από την αγορά, ενώ από την άλλη, οι εκπρόσωποι του λιανεμπορίου και της μεταποίησης προσέρχονται με μακροοικονομικά δεδομένα που μετατοπίζουν το κέντρο βάρους των ανατιμήσεων εκτός των δικών τους ορίων ευθύνης.Αναλυτικότερα, ο Υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, έθεσε το πλαίσιο της κυβερνητικής στρατηγικής κάνοντας λόγο για «μια εθνική κοινωνική συμφωνία μείωσης τιμών» η οποία εστιάζει αποκλειστικά σε βασικά προϊόντα, με την προσδοκία ότι μια τέτοια εθελοντική σύγκλιση θα καταστήσει αχρείαστη τη διατήρηση των περιοριστικών διοικητικών μέτρων του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων.Συμφωνία κυρίωνΑπό πλευράς της αγοράς η προτεινόμενη «συμφωνία κυρίων» αντιμετωπίζεται ακόμα μια φορά με στωικότητα και θεσμική ετοιμότητα αλλά και από έντονο σκεπτικισμό για την αποτελεσματικότητα.«Αν μας καλέσει το υπουργείο θα ανταποκριθούμε, πάντα το κάνουμε και πιστεύουμε στο διάλογο», επισημαίνουν μιλώντας στην «Ν» εκπρόσωποι του κλάδου, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι «μέχρι στιγμής δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία επίσημη επαφή ή προπαρασκευαστική σύσκεψη για το συγκεκριμένο ζήτημα». Σε περίπτωση πάντως που αποσταλεί πρόσκληση, το λιανεμπόριο και η μεταποίηση σχεδιάζουν να εκπροσωπηθούν στο ανώτατο δυνατό επίπεδο, με τη συμμετοχή των διοικητικών συμβουλίων της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας και του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων.Πίσω από τη θεσμική ευγένεια, ωστόσο, υποκρύπτεται μια βαθιά κόπωση των επιχειρήσεων από τις πολυετείς κρατικές παρεμβάσεις στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς. «Τριάμισι χρόνια αυτή τη δουλειά κάνουμε», αναφέρει χαρακτηριστικά υψηλόβαθμο στέλεχος της αγοράς, υπενθυμίζοντας ότι «από τον Μάρτιο του 2022 μέχρι σήμερα, η αγορά λειτούργησε χωρίς καθεστώς ανώτατου ορίου κέρδους μόλις για επτά μήνες. Η κυβερνητική τακτική διατηρεί έναν έντονα επικοινωνιακό χαρακτήρα, μεταθέτοντας πάγια τις ευθύνες της ακρίβειας στη βιομηχανία και τα σούπερ μάρκετ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι πληθωριστικές πιέσεις πηγάζουν από τα μη επεξεργασμένα και τα εισαγόμενα αγαθά».Η βασικότερη ένσταση της βιομηχανίας εστιάζεται στα πραγματικά αίτια του πληθωρισμού, με τα στελέχη του κλάδου να παρουσιάζουν συγκεκριμένα μακροοικονομικά δεδομένα που υποδεικνύουν ότι η μεταποίηση δεν συμμετέχει στο πληθωρισμό. Στην πρόσφατη γενική συνέλευση του ΣΕΒΤ παρουσιάστηκε έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών από την οποία προκύπτει ότι ο κλαδικός πληθωρισμός στα επώνυμα επεξεργασμένα τρόφιμα από τον Αύγουστο του 2025 μέχρι τον φετινό Απρίλιο κινείται σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα, μεταξύ του -0,4% και 0,6%. Αντίθετα, το πληθωριστικό «γαϊτανάκι» οδηγείται ξεκάθαρα από τα μη επεξεργασμένα προϊόντα, με αιχμή το κρέας, τα ψάρια, τα φρέσκα φρούτα και τα λαχανικά, τα οποία επιβαρύνουν πρωτογενώς το καλάθι του καταναλωτή. Με βάση τα στοιχεία του ΙΟΒΕ τον Δεκέμβριο του 2025 η αύξηση στα μη επεξεργασμένα ανήλθε στο 8,5%, τον Ιανουάριο 2026 στο 10,2%, τον Φεβρουάριο στο 12,5%, τον Μάρτιο στο 9,9% και τον Απρίλιο στο 9,2%.«Η βιομηχανία έχει αποδείξει ότι πάντα εμφανίζει πρόθεση να συμμετάσχει σε πρωτοβουλίες για τη συγκράτηση των τιμών. Ωστόσο σε σχέση με τον κλαδικό πληθωρισμό ο καθένας θα πρέπει να συνεισφέρει σε ό,τι του αναλογεί» τονίζει υψηλόβαθμο στέλεχος της αγοράς, ενώ από πλευράς των αλυσίδων υπογραμμίζεται ότι « για ακόμα μια φορά ενεργοποιείται ο μηχανισμός «να βάλει πλάτη η αγορά» ωστόσο η παρατεταμένη διατήρηση του ανώτατου ορίου κέρδους έχει φτάσει στα όρια των αντοχών των επιχειρήσεων. Επίσης, έχει αποδειχθεί στη πράξη ότι οι πρωτοβουλίες δεν αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια της ακρίβειας, τα οποία αποδίδονται κυρίως στην πρωτογενή παραγωγή και στις εισαγόμενες πρώτες ύλες. Τόσο τα διοικητικά μέτρα όσο και τα καρτελάκια περιορίζουν τον ανταγωνισμό και δυσχεραίνουν την ομαλή λειτουργία της αγοράς, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για το καταναλωτή».Η βιομηχανία και το λιανεμπόριο αναγνωρίζουν ως τους σταθερούς «τροφοδότες» του πληθωρισμού τροφίμων πέντε βασικές κατηγορίες προϊόντων : μοσχάρι, χοιρινό, αρνί-κατσίκι, φρούτα, λαχανικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, το μοσχάρι αναδεικνύεται στον απόλυτο αρνητικό πρωταγωνιστή της περιόδου Απρίλιος 2022- Απρίλιος 2026 καταγράφοντας τη μεγαλύτερη σωρευτική αύξηση, η οποία αγγίζει το 56,39%. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το χοιρινό κρέας, με τη συνολική άνοδο να φτάνει το 30,35%. Η κατηγορία αρνί – κατσίκι ο σχετικός δείκτης ξεκίνησε από ήδη υψηλή βάση το 2022 (141,00) για να καταλήξει στο δυσθεώρητο 182,12 το 2026, σημειώνοντας συνολική αύξηση 29,16%. Τα φρούτα κατέγραψαν σωρευτική άνοδο 30,24% ενώ αντίστοιχα τα λαχανικά παρουσιάζουν μια σταθερά επιθετική πορεία με συνολική αύξηση 24,19%.Την ίδια ώρα, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εκροών από τις 123,08 μονάδες τον Μάρτιο του 2022 έκανε διπλό βίαιο άλμα το 2023 (+16,4%) και το 2024 (+18,5%), σπάζοντας το φράγμα των 169,76 μονάδων. Η πρόσκαιρη αποσυμπίεση του Μαρτίου 2025 (-5,2% στο 160,93) αποδείχθηκε ιδιαίτερα εύθραυστη. Τον Μάρτιο του 2026, η ΕΛΣΤΑΤ σφράγισε την ολική επαναφορά των πιέσεων με ετήσιο άλμα 8%, οδηγώντας τον δείκτη στο ιστορικό υψηλό των 173,80 μονάδων.Η ερμηνεία των δεικτών της ΕΛΣΤΑΤ προϋποθέτει την κατανόηση των διαδοχικών εξωγενών κρίσεων των τελευταίων ετών. Την περίοδο 2022–2023 η αγορά επηρεάστηκε από την εκτίναξη των τιμών του ελαιολάδου, τον πόλεμο στην Ουκρανία με τις επιπτώσεις στην ενέργεια και την εφοδιαστική αλυσίδα σιτηρών, καθώς και το αυξημένο κόστος ζωοτροφών και λιπασμάτων. Παράλληλα, η κρίση στη Μέση Ανατολή επιβάρυνε εκ νέου μεταφορές και ενέργεια, ενώ στο εσωτερικό οι ζωονόσοι περιόρισαν το ζωικό κεφάλαιο, διατηρώντας υψηλά τις τιμές των αμνοεριφίων.Σε αυτό το πλαίσιο, η αγορά προειδοποιεί ότι χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις στο κόστος παραγωγής, κάθε συμφωνία ή προσπάθεια συγκράτησης των τιμών στο τελικό ράφι θα έχει περιορισμένη διάρκεια και ακόμη πιο περιορισμένο αποτύπωμα.