Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εντείνονται. Πακιστανοί αξιωματούχοι βρέθηκαν στην Τεχεράνη την προηγούμενη εβδομάδα προκειμένου να επιταχύνουν τη διπλωματική διαδικασία, ενώ το Ιράν παραμένει προσηλωμένο στο αρχικό δεκαμερές διαπραγματευτικό του πλαίσιο, το οποίο έχει φέρει τη σύγκρουση μέχρι στιγμής σε αυτό που πλέον χαρακτηρίζεται ως τακτική παύση των εχθροπραξιών.Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν τον ναυτικό αποκλεισμό, ενώ ο πρόεδρος Τραμπ επαναλαμβάνει διαρκώς απειλές περί νέων στρατιωτικών πληγμάτων.Πώς τοποθετείται κάθε πλευρά υπό αυτές τις συνθήκες και ποια εξέλιξη εμφανίζεται σήμερα ως η πιθανότερη;ΙσραήλΤο Ισραήλ φαίνεται να επιδιώκει έναν παρατεταμένο πόλεμο, ο οποίος θα παρασύρει αναπόφευκτα τις Ηνωμένες Πολιτείες σε βαθύτερη στρατιωτική εμπλοκή. Παράλληλα, δείχνει να ακολουθεί μια ευρύτερη στρατηγική κλιμάκωσης, σχεδιασμένη ώστε να ωθήσει το Ιράν σε ακόμη σκληρότερες και ευρύτερες απαντήσεις, όχι μόνο εναντίον του ίδιου του Ισραήλ, αλλά και εναντίον αραβικών κρατών — ιδίως της Σαουδικής Αραβίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ευρύτερη σουνιτο-σιιτική αντιπαράθεση, μειώνοντας τη σχετική ισχύ των εμπλεκόμενων κρατών και ενδεχομένως ανατρέποντας την τωρινή ευάλωτη θέση στην οποία φαίνεται να βρίσκεται το Ισραήλ. Υπό αυτήν την έννοια, η παρατεταμένη κλιμάκωση στο μέτωπο του Ιράν μπορεί να θέσει τις βάσεις για αυτό που το Ισραήλ αντιλαμβάνεται ως μια μελλοντική μορφή περιφερειακής ηγεμονίας.Χώρες του ΚόλπουΟι χώρες του Κόλπου εμφανίζονται ολοένα και πιο διχασμένες ως προς το ζήτημα του Ιράν. Το Κατάρ — και ιδιαίτερα το Ομάν — ακολουθούν μια πιο συναινετική προσέγγιση απέναντι στην Τεχεράνη, υποστηρίζοντας εμμέσως την ιδέα μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας και επιχειρώντας να διαμεσολαβήσουν μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.Αντίθετα, τα Η.Α.Ε, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ διατηρούν πιο συγκρουσιακή στάση, στηρίζοντας την ενίσχυση και επανατοποθέτηση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για έναν πιθανό νέο γύρο σύγκρουσης με το Ιράν, ενώ παράλληλα εμβαθύνουν τη συνεργασία τους με το Ισραήλ.Η στάση τους απορρέει από δύο βασικούς παράγοντες. Πρώτον, εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στους βασικούς στόχους πιθανών ιρανικών αντιποίνων σε περίπτωση αναζωπύρωσης του μετώπου. Δεύτερον, ενισχύεται η ανησυχία ότι ένα ενδεχόμενο μελλοντικό modus vivendi μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Ιράν και άλλων μεγάλων περιφερειακών δρώντων θα μπορούσε να διαμορφωθεί με τρόπο που να μην λαμβάνει πλήρως υπόψη τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, αφήνοντάς τα περισσότερο εκτεθειμένα.Η Σαουδική Αραβία, ως η σημαντικότερη αραβική δύναμη του Κόλπου, εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει με το Ιράν — αλλά και με την Κίνα και τη Ρωσία — τη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Την ίδια στιγμή, όμως, το Ριάντ επιδιώκει να εισέλθει σε ένα τέτοιο σχήμα από θέση σχετικής ισοτιμίας έναντι της Τεχεράνης. Αυτό εξηγεί γιατί επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ κλιμάκωσης και διαμεσολάβησης, Ουάσιγκτον και Πεκίνου, αντιπαράθεσης και συνύπαρξης.ΙράνΤο Ιράν φέρεται να διαμηνύει μέσω διαμεσολαβητών την πρόθεσή του να απαντήσει σε οποιαδήποτε νέα κοινή αμερικανοϊσραηλινή επίθεση μέσω της ίδιας ευρείας οριζόντιας κλιμάκωσης που χαρακτήρισε την αντίδρασή του στην αρχή του πολέμου. Η Τεχεράνη φαίνεται ολοένα και περισσότερο να προσανατολίζεται σε μια ασύμμετρη αντίδραση αντί μιας απλής λογικής ανταπόδοσης «χτύπημα προς χτύπημα», επιδιώκοντας να αποκαταστήσει την αποτροπή χωρίς να υποστεί μη αναστρέψιμες ζημιές στις κρίσιμες υποδομές και τις στρατηγικές δυνατότητές της.Παράλληλα, το Ιράν φαίνεται να επαναξιολογεί τη λίστα των στόχων του. Τα Η.Α.Ε είναι πιθανό να παραμείνουν ένας από τους βασικούς στόχους της Τεχεράνης, όπως φάνηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου των 40 ημερών, ενώ και το Μπαχρέιν με το Κουβέιτ παραμένουν εκτεθειμένα σε εκτεταμένα αντίποινα. Το Ιράν διαμηνύει επίσης ότι και οι Χούθι θα εισέλθουν στην εξίσωση σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης του μετώπου, περιορίζοντας τη ναυσιπλοΐα στο στενό του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.Οι Ιρανοί αξιωματούχοι γνωρίζουν ότι μια γενικευμένη κλιμάκωση με τις χώρες του Κόλπου — ιδίως με τη Σαουδική Αραβία — θα εξυπηρετούσε τους στρατηγικούς σχεδιασμούς του Ισραήλ. Παράλληλα, θα συνέβαλλε στην εδραίωση ενός ενιαίου αντιϊρανικού μετώπου και θα υπονόμευε τις προσπάθειες για τη διαμόρφωση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή. Για τον λόγο αυτό, το Ιράν επιδιώκει μια έντονη και ασύμμετρη απάντηση, εστιάζοντας κυρίως στα Η.Α.Ε, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, τα οποία θεωρεί εταίρους του αμερικανοϊσραηλινού συνασπισμού.Πακιστάν και η «τετράδα»Η προσέγγιση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Αιγύπτου, Τουρκίας και Πακιστάν αποσκοπεί στον συντονισμό προσπαθειών απέναντι στο Ιράν, δημιουργώντας παράλληλα ένα πλαίσιο κοινής αποτροπής και συνεργασίας ασφαλείας έναντι του Ισραήλ. Ταυτόχρονα, κάθε δρών επιδιώκει τα δικά του στρατηγικά συμφέροντα.Το Πακιστάν, ειδικότερα, έχει τοποθετηθεί ως ο βασικός διαμεσολαβητής μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει την αναδυόμενη θέση του ως μεσαίας δύναμης, την αναθέρμανση των σχέσεών του με την Ουάσιγκτον και τις αυξανόμενες στρατιωτικές του δυνατότητες. Κυρίως, όμως, το Ισλαμαμπάντ επιχειρεί να αξιοποιήσει τη σχέση του με το Πεκίνο, η οποία του προσδίδει πρόσθετο γεωπολιτικό βάρος. Το Πακιστάν επιδιώκει να διασφαλίσει έναν μεγαλύτερο ρόλο στη Δυτική Ασία, συμπεριλαμβανομένων των ευρύτερων υποθέσεων της Μέσης Ανατολής.Για τις άλλες τρεις χώρες, είναι κρίσιμης σημασίας να ενταχθούν σε οποιαδήποτε αναδυόμενη αρχιτεκτονική ασφαλείας επιχειρεί να προωθήσει το Ιράν και να συντονίσει το Πακιστάν. Παρά τις διαφορετικές ατζέντες και τις διμερείς τους αντιπαλότητες, όλοι οι δρώντες φαίνεται να μοιράζονται ένα περιορισμένο αλλά σημαντικό κοινό έδαφος: τον περιορισμό και την αποτροπή του Ισραήλ, καθώς και την ενίσχυση της εμπλοκής άλλων μεγάλων δυνάμεων στις εξελίξεις της περιοχής, με στόχο τη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή.Ηνωμένες ΠολιτείεςΥπάρχουν δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους οι Η.Π.Α ενδέχεται να επιθυμούν την επανέναρξη του πολέμου. Πρώτον, υπάρχει έντονη πίεση από το Ισραήλ, ιδίως μέσω της επιρροής του ισραηλινού λόμπι εντός των ΗΠΑ. Δεύτερον, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πέτυχαν τους στρατηγικούς τους στόχους, χάνοντας ουσιαστικά τον πόλεμο — μια εξέλιξη που θα έχει σοβαρές επιπτώσεις για μια δύναμη η οποία θεωρείται ευρέως η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη του κόσμου.Αυτοί οι δύο παράγοντες από μόνοι τους θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την επανέναρξη του πολέμου. Η ισραηλινή επιρροή έχει διαμορφώσει πολλές φορές τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ουάσιγκτον σε ζητήματα της Μέσης Ανατολής και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και στην έναρξη αυτού του πολέμου. Παράλληλα, η διατήρηση της εικόνας της κυρίαρχης στρατιωτικής δύναμης παραμένει ζωτικής σημασίας για τις ΗΠΑ, τόσο για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των συμμάχων τους και της αποτροπής σε πολλαπλά θέατρα, όσο και για την ενίσχυση της κυριαρχίας του δολαρίου. Γιατί, λοιπόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ήδη επανεκκινήσει τον πόλεμο;Η αμερικανική διστακτικότητα απορρέει από τέσσερις παράγοντες. Πρώτον, το Ιράν διαθέτει κυριαρχία στην κλιμάκωση, καθώς μπορεί να ανεβάσει το επίπεδο της σύγκρουσης τόσο κάθετα, μέσω ασύμμετρων επιθέσεων στον Κόλπο, όσο και οριζόντια, μέσω της ενεργοποίησης νέων μετώπων, όπως οι Χούθι. Δεύτερον, οι ΗΠΑ έχουν απομειώσει σημαντικά τμήματα του οπλοστασίου τους, ενώ η βιομηχανική τους βάση δεν μπορεί να τα αναπληρώσει αρκετά γρήγορα ώστε να διατηρήσει επαρκή αποθέματα για άλλα μέτωπα. Τρίτον, η Κίνα και η Ρωσία παραμένουν μέρος της εξίσωσης, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια άμεσης κλιμάκωσης των ΗΠΑ. Τέλος, η οικονομική κρίση που ενδέχεται να προκύψει εάν τα Στενά του Ορμούζ συνεχίσουν να παραμένουν de facto κλειστά, θα επηρεάσει βαριά και την αμερικανική οικονομία.Αυτές οι συνθήκες ανατρέπουν τα δεδομένα της μονοπολικής περιόδου, όταν ο αμερικανικός στρατός διέθετε κυριαρχία στην κλιμάκωση, οι βιομηχανικές αλυσίδες εφοδιασμού λειτουργούσαν ουσιαστικά χωρίς εμπόδια, δεν υπήρχε αντίπαλος πόλος ικανός να περιορίσει τις κινήσεις της Ουάσιγκτον και η αμερικανική οικονομία μπορούσε να απορροφήσει τις επιπτώσεις γενικευμένων κρίσεων.ΣυμπερασματικάΟ πόλεμος αυτός είναι πιθανότατα η δεύτερη μεγάλη σύγκρουση που λαμβάνει χώρα σε έναν πολυπολικό κόσμο, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Εκείνη η σύγκρουση, ουσιαστικά ένας πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών δι’ αντιπροσώπων και Ρωσίας, απέδειξε ότι η Ρωσία έχει επανεμφανιστεί ως πόλος του διεθνούς συστήματος, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί πλέον να εξαναγκαστεί από τις ΗΠΑ.Ο πόλεμος με το Ιράν είναι ακόμη σημαντικότερος για την κατανόηση της φύσης του αναδυόμενου συστήματος, καθώς το ίδιο το Ιράν δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε πόλος ούτε μεγάλη δύναμη. Εάν μια μεσαία δύναμη είναι σε θέση να αποτρέψει μια υπερδύναμη από το να επιβάλει τη βούλησή της διά της βίας, τότε αυτό θα σηματοδοτούσε μια βαθιά μεταβολή στη δομή της διεθνούς τάξης.Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο πόλεμος αυτός παραμένει εξαιρετικά απρόβλεπτος. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε πραγματικό χρόνο και η ίδια η σύγκρουση ενδέχεται τελικά να μας διδάξει περισσότερα για τη φύση του αναδυόμενου διεθνούς συστήματος από όσα υποθέτουμε σήμερα και χρησιμοποιούμε για να ερμηνεύσουμε τις εξελίξεις του.(*) Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής