Η παρουσίαση του νέου πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα στο Θησείο άνοιξε έναν νέο κύκλο πολιτικών και οικονομικών συζητήσεων, πολύ ευρύτερο από το ίδιο το εγχείρημα της ΕΛΑΣ.Το ερώτημα δεν αφορά μόνο το αν μπορεί να αναδιαταχθεί ο χώρος της αντιπολίτευσης, αλλά αν το ελληνικό πολιτικό σύστημα μπορεί να παράγει πιο ώριμες, πειστικές και ανταγωνιστικές προτάσεις διακυβέρνησης.Ήταν ίσως το πρώτοημάδι ότι το πολιτικό σκηνικό της χώρας αρχίζει να βγαίνει από την ιδιότυπη κατάσταση του «ενάμισι κόμματος» που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια.Τα σχόλια για το όνομα πολλά. Οι επιθέσεις ακόμη περισσότερες. Από το κυβερνητικό στρατόπεδο, μάλιστα, το αφήγημα εστιάζει ήδη — μεταξύ άλλων — στο ερώτημα «τι θα κάνουν οι αγορές με την επιστροφή του “λαϊκισμού”;».Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη και πολύ λιγότερο δραματική. Όχι, οι αγορές δεν φοβούνται τον Τσίπρα, τον Ανδρουλάκη ή την πολιτική εναλλαγή. Φοβούνται την απουσία σχεδίου και τις αντιφατικές στρατηγικές. Μια οικονομία λειτουργεί ομαλά όταν γνωρίζει ότι, ακόμη και αν αλλάξει η κυβέρνηση, υπάρχει θεσμική συνέχεια, ευρωπαϊκός προσανατολισμός και στοιχειώδης δημοσιονομικός ρεαλισμός.Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το πραγματικό στοίχημα για όποιον φιλοδοξεί να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια.Η εποχή κατά την οποία μια πολιτική δύναμη μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στην κοινωνική δυσαρέσκεια ή στην κόπωση από τη μακρά διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας – ακόμη και εν μέσω πολύκροτων σκανδάλων (από ΟΠΕΚΕΠΕ έως υποκλοπές)- έχει ουσιαστικά τελειώσει. Όποιος διεκδικεί την εξουσία οφείλει πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να μιλήσει τη γλώσσα της σύγχρονης οικονομίας, των επενδύσεων και της αξιοπιστίας. Με κοστολογημένες προτάσεις, θεσμική σοβαρότητα – και κυρίως με καθαρή εικόνα για το πού θέλει να οδηγήσει τη χώρα.Το υγιές για δημοκρατία και οικονομίαΚαι αυτό είναι τελικά υγιές για τη δημοκρατία και την οικονομία. Γιατί η Ελλάδα έχει μπροστά της βαθιά προβλήματα που δεν λύνονται με επικοινωνιακές συγκρούσεις ούτε με εύκολους αφορισμούς: την ακρίβεια που διαβρώνει τα εισοδήματα, τη στεγαστική κρίση που παγιδεύει μια ολόκληρη γενιά, τις χαμηλές πτήσεις για παραγωγικότητα και μισθούς, τις αδύναμες επενδύσεις στην καινοτομία και την ανάγκη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, που δεν εξαντλείται στα airbnb.Η ύπαρξη σοβαρών, ανταγωνιστικών προτάσεων διακυβέρνησης δεν αποσταθεροποιεί την οικονομία. Αντίθετα λειτουργεί ως μηχανισμός πίεσης για καλύτερες πολιτικές, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και πιο ώριμο δημόσιο διάλογο.Η πραγματική απειλή δεν είναι ο «άλλος». Είναι η έλλειψη εναλλακτικών. Και ίσως το ζητούμενο της περιόδου αυτής να είναι ακριβώς αυτό: να φύγει η Ελλάδα από την εποχή του ενάμισι του κόμματος, να επιστρέψει έστω αργά, σε μια πιο κανονική πολιτική συνθήκη, όπου η σύγκρουση δεν θα αφορά μόνο πρόσωπα και συνθήματα, αλλά διαφορετικά σχέδια για την ανάπτυξη και το μέλλον της χώρας.