© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

«Ο λόγος», το αριστούργημα του Kaj Munk, ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Χατζάκη και με τον Βαγγέλη Στρατηγάκο να ερμηνεύει το σύνολο των ρόλων, για δύο τελευταίες παραστάσεις -στις 25 και 26 Μαΐου στις 9 μ.μ., στο Bios [Πειραιώς 84, Αθήνα].Σε ένα χωριό της Δανίας των αρχών του 20ού αιώνα, ο Άντερς -νεαρός γιος του μεγαλοκτηματία Μίκελ Μπόργκεν, συναντάει κλεφτά την Έσθερ -κόρη του ράφτη, Ρούμπεν Σνίπερ, με σκοπό να τη ζητήσει σε γάμο. Ο άδολος έρωτας του ζευγαριού, όμως, δε φαίνεται να μπορεί να καρπίσει, καθώς η κόντρα των δύο φατριών, που φαινομενικά μοιάζει να συντηρείται από μία ταξική αντιπαλότητα, στην πραγματικότητα στηρίζεται στις αποκλίνουσες, βαθιά ριζωμένες πνευματικές πεποιθήσεις τους, οι τύποι των οποίων, αδυνατούν να βρουν κοινό έδαφος.Έτσι, παρακολουθούμε το παρασκήνιο των διαδικασιών και διαπραγματεύσεων εν αναμονή ενός, όχι και τόσο μεταφορικού, θαύματος.Το σπουδαίο έργο του Δανού συγγραφέα και πάστορα -ο οποίος έμεινε γνωστός και για το τεράστιο έργο του κατά της επέλασης του Ναζισμού- που έκανε τεράστια επιτυχία στην σύγχρονή του Δανία, μεταφέρθηκε το 1955 στον κινηματογράφο στην αριστουργηματική εκδοχή του Καρλ Ντράγιερ, η οποία τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία και Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, μεταξύ άλλων παγκόσμιων διακρίσεων.Σε μία ομιχλώδη ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού, στο εσωτερικό μιας εκκλησίας, η πρακτική, ηθική, υπαρξιακή αντιμαχία των ηρώων του έργου, μεταφέρεται στην παράσταση του Γρηγόρη Χατζάκη, ως ένα αλληλοσυνδεόμενο σύστημα πνευματικών προβληματισμών και συγκρούσεων, που αποδίδεται από τον ηθοποιό.Ο Βαγγέλης Στρατηγάκος μίλησε μαζί μας.Το έργο έχει συνδεθεί και με την κινηματογραφική μεταφορά του Carl Theodor Dreyer. Πώς συνομιλεί η δική σας σκηνική προσέγγιση με αυτή την «ιστορική» ανάγνωση;«Το θεατρικό έργο του Kaj Munk, “O Λόγος”, αποτέλεσε το υλικό πάνω στο οποίο ο Carl Theodor Dreyer στηρίχτηκε για να δημιουργήσει ένα αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Σε αυτό ακριβώς το υλικό, ενσκήψαμε ο Γρηγόρης και εγώ.Η ανάγνωση του Dreyer, αντιστικτικά με τη δική μας ανάγνωση, είναι παρόμοια. Εξάλλου, το ίδιο το έργο, καθαρά υπερβατικό, σε οδηγεί σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Χρησιμοποιώντας την αφηρημένη τέχνη, τα δεσμά του νατουραλισμού έσπασαν.Συμφωνώντας με την άποψη του Dreyer ότι η τέχνη πρέπει να περιγράφει τον εσωτερικό κόσμο και όχι τον εξωτερικό, οδηγηθήκαμε στο τελικό αποτέλεσμα της δικής μας θεατρικής απόδοσης του έργου.Στην κινηματογραφική μεταφορά, παρατηρώντας τα πλάνα του Dreyer, διακρίνουμε νεκρούς χρόνους, ακινησίες ηθοποιών με συγκεκριμένες στάσεις που παραπέμπουν σε tableau vivant. Το κάθε του πλάνο φέρνει στο νου τού θεατή μια στατική σύνθεση, ενώ πολλά κάδρα του θυμίζουν πίνακες του εξαιρετικού ζωγράφου Jan Vermeer Van Delft, που μπορούν, κάλλιστα, να χαρακτηριστούν νεκρές φύσεις με ανθρώπους. Τα πλάνα του, η σύνθεση του κάδρου του, οι προσεκτικά σχεδιασμένες κινήσεις της κάμερας, διαπνέονται από λιτότητα, αυστηρότητα, υποβλητικότητα. Μεγάλης σημασίας, και συχνά πρωταγωνιστής, είναι ο φωτισμός, κατεξοχήν εξπρεσιονιστικός. Χρησιμοποιώντας κοντράστ κάθε τύπου, ο Dreyer καταλήγει να δώσει στο όλο έργο μια ατμόσφαιρα απόκοσμη, ασταθή και ακροβατούσα.Ίσως, ανέλυσα αρκετά τον τρόπο με τον οποίο συνομίλησε και απέδωσε κινηματογραφικά ο Dreyer το έργο τού Munk, γιατί δεν διαφέρει και πολύ από τον δικό μας τρόπο προσέγγισης. Υπάρχουν πολλά κοινά σημεία, και νομίζω και ο Dreyer και εμείς ακολουθήσαμε τον δρόμο που μας δείχνει σιωπηλά ο Kaj Munk.Πολλοί θεατές που έχουν δει την κινηματογραφική μεταφορά, όταν έρθουν στην παράστασή μας θα παρατηρήσουν αρκετές ομοιότητες.Για να περιγράψω καλύτερα αυτή την αόρατη σύμπνοια που ενυπάρχει στον τρόπο προσέγγισης ενός μεγάλου έργου τέχνης, διαφόρων καλλιτεχνών που αποφασίζουν να το προσεγγίσουν, θα αναφερθώ και πάλι στον Vermeer. Αν βυθιστούμε στον πίνακά του “Η Μαγείρισσα”, θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορεί κανείς εύκολα να εξηγήσει γιατί ένα τόσο λιτό και ανεπιτήδευτο έργο είναι ένα από τα αριστουργήματα όλων των εποχών. Απλά αφήνεσαι να σε οδηγήσει το ίδιο το έργο. Το βάθος, η πλαστικότητα της μορφής, το φως και η σκιά, αποπνέει μια αίσθηση ιερής, θεϊκής ηρεμίας.Ναι, νομίζω ότι μέσα σε έναν πίνακα του Vermeer, θα μπορούσε κάλλιστα να εξελίσσεται η υπόθεση του θεατρικού».Ερμηνεύετε το σύνολο των ρόλων της παράστασης. Πώς προσεγγίσατε αυτή τη συνθήκη, χωρίς να χαθεί η αυτονομία κάθε χαρακτήρα;«Αυτό που με βοήθησε να καταφέρω να ερμηνεύσω όλους τους ρόλους του έργου χωρίς να χαθεί η προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα και να μην εγκλωβιστώ στον νατουραλισμό, ήταν να τους φανταστώ να μπαίνουν όλοι σε ένα δωμάτιο και απλά και σιωπηλά να κάνουν κάτι καθημερινό. Να γεμίσουν ένα ποτήρι, να βάλουν καπνό σε μια πίπα και να παγώσουν σε μια συγκεκριμένη πόζα. Ακολουθώ μετά την αύρα τους, αυτό που αποπνέουν, αυτό που φέρουν ως προσωπικότητες και τον τρόπο που γεμίζουν τον χώρο ενεργειακά. Μόνοι σε ένα δωμάτιο, σε ιερή ακινησία. “Η Μαγείρισσα” του Vermmer, είναι για μένα, παραδείγματος χάριν, η Ίνγκερ του θεατρικού του Munk . Μετά έρχονται όλα τα άλλα, όπως η φωνή του κάθε χαρακτήρα».Η παράσταση επιστρέφει μετά από επιτυχημένη πορεία. Υπάρχουν νέα στοιχεία ή αποχρώσεις που ανακαλύψατε στον ρόλο μέσα στον χρόνο;«Το ότι αλλάξαμε αυτήν τη φορά χώρο, ήταν αρκετό για να υπάρξουν αλλαγές όσον αφορά τη διαχείριση κάποιων πραγμάτων. Την πρώτη φορά, η σκηνή μας ήταν η Α΄ Ευαγγελική Εκκλησία, στην οποία δέσποζε ένας μεγάλος φωτεινός σταυρός. Τώρα, η σκηνή μας είναι ο γυμνός χώρος του bios. Κοιτάζοντας την άδεια σκηνή του bios μαζί με τον Γρηγόρη, χρωματίστηκαν και φωτίστηκαν άλλα μέρη, άλλες γωνίες, της ίδιας πάντα όμως σύνθεσης, του ίδιου πίνακα.Οι ρόλοι πια κινούνται σε μια πιο ονειρική ατμόσφαιρα, είναι πια πιο εμφανές ότι υπάρχουν περισσότερες από τρεις διαστάσεις. Αυτό και μόνο με έκανε να ανασύρω από το ασυνείδητό μου, εικόνες και ήχους που παρουσιάστηκαν όταν για πρώτη φορά διαβάσαμε το θεατρικό. Η ανακάλυψη στοιχείων ή αποχρώσεων προϋπήρχαν απλά τώρα ταιριάζουν και δένουν στη νέα αυτή θεατρική σκηνή».Υπάρχει κάποιος ρόλος που σας δυσκόλεψε περισσότερο;«Δυσκολεύτηκα με τους ρόλους των δύο μικρών κοριτσιών, της Μάρεν και της Ρουθ, όπως και με τον ρόλο του Γιοχάνες. Ευτυχώς, είχαμε την τύχη να καταπιαστούμε και με τη μετάφραση ολόκληρου του θεατρικού, από τα αγγλικά στα ελληνικά. Μας έστειλαν από το Ινστιτούτο του Kaj Munk στη Δανία, την τελευταία και πιο έγκυρη μετάφραση στα αγγλικά του πρωτότυπου δανικού κειμένου. Από τα σημεία στίξης, καταλάβαινα το πώς πρέπει να εκφέρω τον λόγο τού κάθε χαρακτήρα και έτσι είχα πια αρκετές πληροφορίες για τους χαρακτήρες. Παρατηρώντας αγιογραφίες, ακούγοντας ύμνους, παρατηρώντας τη φύση γύρω μου, πλησίασα τον Γιοχάνες. Παρατηρώντας τα παιδιά μου, την ενέργεια που εκπέμπουν, ακούγοντας τις αποχρώσεις και τις τονικότητες των φωνών τους βρήκα τρόπους προσέγγισης για τους ρόλους των δύο μικρών παιδιών του έργου».Πώς διαχειρίζεστε τις γρήγορες εναλλαγές συναισθημάτων και ταυτοτήτων επί σκηνής;«Με βοήθησε ο τρόπος της πρόβας, ο οποίος ήταν εξαντλητικός. Οι γρήγορες εναλλαγές συναισθημάτων και ταυτοτήτων ακολουθούν τις γρήγορες εναλλαγές της εσωτερικής σκέψης.Ένας άνθρωπος μπορεί να ανάβει ήρεμα ένα κερί και να το τοποθετεί ευλαβικά σε ένα κηροπήγιο και μέσα του να ακούει τη φωνή του Θεού αλλά και του Διαβόλου. Μπορεί να περνάνε εικόνες από το μυαλό του, οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη με αστραπιαία ταχύτητα. Εμείς δώσαμε τον ήχο αυτής της εσώτερης κατάστασης, προσπαθήσαμε να βρούμε τις συχνότητες, τα ηχοχρώματα και την όποια μελωδικότητα της εγκεφαλικής λειτουργίας».Οι συγκρούσεις των ηρώων έχουν έντονο θρησκευτικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο. Πόσο επίκαιρες θεωρείτε αυτές τις αντιπαραθέσεις σήμερα;«Οι αντιπαραθέσεις των συγκεκριμένων ηρώων πηγάζουν από ένα καθαρό φιλοσοφικό και θρησκευτικό υπόβαθρο. Διαβάζοντας κάποιος μπορεί να μάθει το τι σήμαινε Γκρουντβιγκανισμός και τι Εσωτερική Ιεραποστολή. Τα πιστεύω του καθενός είναι καθαρά και οι πράξεις τους μπορούν να εξηγηθούν με βάση το τι διατείνεται ο αντίστοιχος οπαδός των συγκεκριμένων πεποιθήσεων. Οι συμπεριφορές τους, ως επί των πλείστον, έχουν ένα καθαρό αίτιο και ένα προβλεπόμενο αποτέλεσμα. Υπάρχει μια λογική συνέχεια.Όσον αφορά, τώρα, την εποχή μας, το φιλοσοφικό υπόβαθρο απουσιάζει πλήρως, όπως επίσης η διαλεκτική, τα επιχειρήματα, ο διάλογος, η συνέπεια τού τι εκπροσωπείς και τού τι πράττεις. Αναξιοκρατία, αναξιοπιστία, αναξιοπρέπεια φασισμός και η δύναμη του ισχυροτέρου.Επομένως, το έργο, όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα, όχι δεν είναι επίκαιρο. Στο κόσμο του θεατρικού του Munk ο Θεός είναι εκεί, στον κόσμο τον δικό μας δεν έχει έρθει καν».Υπάρχει κάποια φράση ή στιγμή της παράστασης που σας ακολουθεί και εκτός σκηνής;«Ναι! Είναι η φράση του Γιοχάνες λίγο πριν επιτελέσει το θαύμα· “Το παιδί! Ναι! Το παιδί! Η σωτηρία βρίσκεται με το παιδί”Αποκτώντας, ο ίδιος, παιδιά, η φράση αυτή ηχεί τόσο δυνατά μέσα μου. Τα παιδιά θα έπρεπε να είναι μπροστά, να μας συμβουλεύουν, να μας δείχνουν τον δρόμο, είναι αυτά που είναι πιο κοντά στη χώρα πριν από τη γέννηση από ό,τι εμείς. Ακόμα, στα μάτια τους υπάρχει η αληθινή ουσία των πραγμάτων, το άπειρο.Δεν φοβούνται κανέναν Θεό, δεν ξέρουν τη λέξη αμαρτία, ζούνε την κάθε στιγμή, ζωγραφίζουν εκτός της γραμμής, βγαίνουν από το πλαίσιο και το κάδρο. Ο Kierkegaard, ο Δανός φιλόσοφος που τόσο επηρέασε τον Munk καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, προχωρούσε πάντα με ένα παιδικό χιούμορ και επιτιθέμενος λουσμένος με μια παιδική αναρχία ενάντια της φιλοσοφίας, της θεολογίας και της σκέψης που φθείρονται μόλις γίνουν σύστημα και εναντίον της ίδιας της πίστης που απολιθώνεται σε δόγμα και σε δομές χριστιανοσύνης.Με συντροφεύουν ερωτήσεις και φράσεις των παιδιών μου, “ Μπαμπά, η ζωγραφιά θα περάσει στην αληθινότητα;”· με οδηγεί κατευθείαν σε έναν κόσμο όπου όλα είναι πιθανά, όπου ένα θαύμα έχει τη θέση του και την πιθανότητα πραγματοποίησής του· η άδολη και αθώα κίνηση της κόρης μου, λέγοντας, πατώντας ταυτόχρονα ένα ζουζούνι: “για να κοιμηθεί καλύτερα”, οδηγώντας με σε ένα σύμπαν που ταιριάζει στους Monty Python, “O παππούς είναι πια ένα μωράκι σε έναν άλλον πλανήτη”, προσπαθώντας να φέρει και πάλι το χαμόγελο στα χείλη μας, ο γιος μου, και αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το τέλος της ταινίας “Οδύσσεια 2001”, του Stanley Kubrick, η κόρη μου βλέποντας μια εικόνα του Χριστού, τον ονόμασε ο Χριστούλης ο Παναγίτσας και χαμογέλασε, δείχνοντάς μου έναν δρόμο παιδικής αγιοσύνης».Πώς αντιδρά το κοινό σε μια τόσο ιδιαίτερη θεατρική εμπειρία;«Οι περισσότεροι θεατές φεύγουν βουρκωμένοι, με γαλήνιο πρόσωπο μέσα στη σιωπή. Μπορεί να μη συσχετίστηκαν με πολλά από τα τεκταινόμενα πάνω στη σκηνή, να μπερδεύτηκαν με τα τόσα ονόματα που παρελαύνουν, με τις γρήγορες εναλλαγές αλλά δεν έχει σημασία, γιατί προς το τέλος πια, αρχίζουν όλα να αιωρούνται και να παρουσιάζονται στην καθαρή τους μορφή· η παιδική αγιοσύνη διαπερνά τα πάντα και μας φέρνει όλους πιο κοντά στη σιωπή, στην απόλυτη εκκωφαντική ιερή σιωπή, όπου μπορούμε να αγγίξουμε το πρόσωπο που βρίσκεται πίσω από όλα».Εσάς, τι σας συγκίνησε περισσότερο σε αυτή την ιστορία;«Συγκινήθηκα πολύ διαβάζοντας για την ζωή του Kaj Munk. Ερχόμενος σε επαφή με μια προσωπικότητα τόσο σπάνια, ένιωθα να με διακατέχει δέος και θαυμασμός. Ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος παρέμεινε μέχρι το τέλος του πιστός στην αθωότητα, στην αγάπη, στην αξιοπρέπεια. Αυτά που πίστευε τα έκανε πράξη, χωρίς να φοβάται τις επιπτώσεις. Τελικά, δολοφονήθηκε από τους Ναζί και αγιοποιήθηκε στα μάτια των Δανών, οι οποίοι αδιαφορώντας για τις απειλές των Γερμανών, πλημμύρισαν τους δρόμους ακολουθώντας το φέρετρό του. Ήταν δεινός Πάστορας και ποιητής. Απαντώντας, ο Νίκος Καρούζος, ο μεγάλος Έλληνας, ποιητής στην ερώτηση, αν σε όλη του την ποιητική διαδρομή υπάρχει πάντα η ίδια βαθιά αγωνία του φθαρτού σώματος, λέει: “Ναι, την έχω σε μεγάλο βαθμό. Γιατί εκείνο που θα ήθελα, είναι να ξεπεράσω τον θάνατο. Αλλά ο θάνατος δεν ξεπερνιέται. Εκείνο που ξεπερνά τον θάνατο είναι η αγιότητα. Τότε, μονάχα, μπορεί ο άνθρωπος να βρεθεί έξω από τον φόβο και, επομένως, έξω από τον φόβο του θανάτου. Με τα ποιήματα δεν κατανικιέται. Είναι σαν να πυροβολείς τη θάλασσα. Βράστα”. O Kaj Munk, όπως και ο Γιοχάνες του θεατρικού τα κατάφεραν».Επόμενα καλλιτεχνικά σας σχέδια;«Δεν υπάρχουν. Περιμένω το καλοκαίρι, να πατήσω κανένα ζουζούνι για να κοιμηθεί καλύτερα και να κάνω παρέα με τον φίλο μου, τον Χριστούλη Παναγίτσα. Εις το επανιδείν…»Ταυτότητα ΠαράστασηςΜετάφραση – Διασκευή: Βαγγέλης Στρατηγάκος / Γρηγόρης Χατζάκης