Το Brexit πωλήθηκε στη Βρετανία ως «ανάκτηση ελέγχου». Σήμερα, σχεδόν δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Λονδίνο βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ειρωνεία: στην προσπάθειά του να περιορίσει τις οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες της εξόδου, αναγκάζεται να επιστρέψει, σταδιακά, ακριβώς εκεί απ’ όπου έφυγε.Η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από τα συνθήματα του 2016. Η Βρετανία δεν κατέρρευσε μετά το Brexit, αλλά ούτε εξελίχθηκε στην παγκόσμια, ανεξάρτητη οικονομική δύναμη που υποσχέθηκαν οι υπέρμαχοι της εξόδου. Αντιθέτως, βρέθηκε αντιμέτωπη με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, αυξημένα εμπορικά εμπόδια, επενδυτική αβεβαιότητα και διαρκείς πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας, πολέμων και αβεβαιότητας στις διατλαντικές σχέσεις, η ανάγκη στενότερης συνεργασίας με την Ευρώπη επιστρέφει πλέον στο επίκεντρο της βρετανικής πολιτικής συζήτησης. Το βρετανικό πολιτικό σύστημα αρχίζει να παραδέχεται αυτό που για χρόνια απέφευγε να πει δημόσια, ότι το Brexit ήταν λάθος και στρατηγικά επιζήμιο για τη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα της χώρας.Η στροφή των Εργατικών δεν είναι απλώς ιδεολογική, αλλά βαθιά πραγματιστική. Η επαναφορά της συζήτησης για κοινή αγορά αγαθών, ρυθμιστική ευθυγράμμιση και στενότερη οικονομική συνεργασία δείχνει ότι το Λονδίνο αναγνωρίζει σταδιακά πως η πλήρης απομάκρυνση από την ευρωπαϊκή αγορά είχε υψηλό κόστος.Ωστόσο, οι Βρυξέλλες δεν δείχνουν διατεθειμένες να επαναφέρουν το προηγούμενο καθεστώς ειδικών εξαιρέσεων που απολάμβανε η Βρετανία επί δεκαετίες. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές, οποιαδήποτε βαθύτερη επαναπροσέγγιση θα προϋποθέτει κανόνες, δεσμεύσεις και μεγαλύτερη θεσμική ευθυγράμμιση.
Η πολιτική ήττα του Brexit
Το Brexit πωλήθηκε στη Βρετανία ως «ανάκτηση ελέγχου». Σήμερα, σχεδόν δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Λονδίνο βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ειρωνεία:











